Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2016

Εμείς τα χωριατάκια


Ο καθένας μας κάπου γεννήθηκε, κάπου μεγάλωσε, από κάπου «κρατάει η σκούφια του». Ένα μεγάλο ποσοστό της χώρας, για παράδειγμα, γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε σε χωριά. Είμαστε δηλαδή, τα λεγόμενα «χωριατάκια».
Εμείς, λοιπόν, τα «χωριατάκια» μάθαμε πολλά μεγαλώνοντας στα χωριά μας, χάσαμε και πολλά, ασφαλώς, από τις εμπειρίες μια πόλης. Αλλά έτσι συμβαίνει συνήθως, κάτι χάνει κανείς και κάτι κερδίζει.
Μάθαμε από μικροί να ξεχωρίζουμε τη διαφορά του «χωριάτη» από τον «χωρικό» κι αυτό γιατί δε μας άρεσε να μας αποκαλούν έτσι. Ήταν προσβλητικό και ταπεινωτικό. «Μάθε πρώτα να μιλάς ελληνικά και μετά να με λες χωριάτη», απαντούσαμε με στόμφο. Λίγο η μεγαλομανία, λίγο οι παλιές καλές μέρες του ΠΑΣΟΚ που λέει κι ένας φίλος, μας έκαναν εμάς του χωρικούς να μοιάζουμε υπανάπτυκτοι και παιδιά κατώτερου Θεού. Ήταν μειονέκτημα να μένεις σε χωριό. Μην κοιτάς τώρα που έγινε προτέρημα.
Πηγαίναμε σχολείο μ’ ένα στόχο επιπλέον. Δεν ήταν μόνο το να μπούμε στη σχολή της αρεσκείας μας, ήταν και το όνειρο της ζωής στην πόλη. «Να περάσω και να σηκωθώ να φύγω από ‘δω να γλιτώσω» λέγαμε με τουπέ. Καλό το χωριό, δε λέω, αλλά και το να τα έχεις όλα μέσα στα πόδια σου ή να πηγαίνεις όπου σου καπνίσει ό,τι ώρα κι αν είναι ή ακόμη και να έχεις την επιλογή του που θα πιεις τον καφέ σου, έκανε το όνειρο της πόλης να φαντάζει ο απόλυτος στόχος. Την αναζητάς τη φασαρία και τη βαβούρα στα δεκαοκτώ, πώς να το κάνουμε;
Στο χωριό μαθαίνει κανείς κι αλλιώς τη φύση κι ό,τι περικλείει. Ξέρει να ξεχωρίζει τα δέντρα, τα φυτά, τα λουλούδια ακόμη και τα ζώα. Είναι διαφορετικό να βλέπεις το άλογο ή την αγελάδα σε ζωντανή μετάδοση και διαφορετικό να την κοιτάς ζωγραφισμένη σε πολύχρωμα χαρτιά μαθαίνοντας πως η αγελάδα κάνει «μούου» κι η κοτούλα «κοκοκό». Τα παιδιά του χωριού ξέρουν ότι η ντοματιά είναι φυτό κι όχι δέντρο κι ότι ο κόκορας δεν είναι ένα χαριτωμένο πτηνό που είναι κουρδισμένο να κάνει «κικιρίκου» κάθε πρωί στις έξι, αλλά μπορεί να του τη δώσει και να λαλήσει και στις τέσσερις και στις πέντε και στις οκτώ.
Ζώντας σε κάποιο χωριό το μυαλό εκπαιδεύεται να λειτουργεί σε άλλες στροφές από την ανάγκη ή κι από τις συνθήκες για να γεμίσει ο χρόνος δημιουργικά και να καλυφθούν τα κενά. Όταν δεν υπάρχει, ας πούμε κινηματογράφος ή θέατρο, μπορεί να στηθούν αυτοσχέδιες παιδικές παραστάσεις, οι αγώνες με τα ποδήλατα είναι θεσμός, τα αίματα από τις γρατζουνιές δε φοβίζουν γιατί είναι συνηθισμένα κι αφού δε υπάρχουν delivery πρέπει να ψαχτείς μόνος στην κουζίνα για να απολαύσεις κάτι διαφορετικό και πιο βρώμικο από το φαγητό της μαμάς.
Η ζωή στο χωριό κάνει τον άνθρωπο πιο οργανωτικό. Όταν θα πάει για ψώνια δεν πρέπει να ξεχάσει τίποτα γιατί «ποιος πάει πάλι στο σούπερ μάρκετ;» ή όταν πηγαίνει στις δημόσιες υπηρεσίες κουβαλάει μαζί του μέχρι και το εκκαθαριστικό του παππού του για να μην τον πιάσουν να ‘ναι ελλιπής.
Χωριό ή πόλη; Δεν ξέρω πια ν’ απαντήσω. Το καθένα έχει τα καλά του όπως και τα άσχημά του.
Υπάρχουν αυτοί που είναι και μπορούν να είναι απόλυτοι λέγοντας πως δεν αλλάζουν την πόλη γα το χωριό ή το χωριό για την πόλη. Υπάρχουμε κι εμείς που μας αρέσουν και τα δύο και νιώθουμε περήφανοι που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε στο χωριό και μάθαμε τόσο πολλά κι ας χάσαμε άλλα τόσα, τα βρήκαμε μετά.
Η ουσία είναι μία. Να μπορείς να περνάς καλά όπου βρίσκεσαι είτε από επιλογή είτε από ανάγκη. Λύσεις υπάρχουν όταν υπάρχει θέληση. Κι ασφαλώς όταν δεν υπάρχουν σύνδρομα κατωτερότητας κι ηττοπάθειας ότι γεννήθηκα στο χωριό και καταδικάστηκα για πάντα.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου