Τρίτη, 22 Ιανουαρίου 2019

Τα παιδιά του μέσου όρου


ΑΛΕΞΙΑ ΜΠΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

«Είμαι η Στέλλα Τ. και πηγαίνω στην Ε΄Δημοτικού. Ποτέ δεν τα πήγαινα καλά με το σχολείο. Το μόνο που με ενθουσιάζει σε αυτό είναι οι φίλοι μου. Έχω πολλούς φίλους και περνάμε καλά. Κατά τα άλλα το μόνο που μπορώ να πω είναι ότι βαριέμαι. Βαριέμαι να διαβάσω. Δεν είναι ότι δεν θέλω να μάθω. Απλά δεν θέλω να μάθω αυτά που μου λένε ότι πρέπει.
Κάθε φορά που έρχεται η στιγμή να πάρουμε ελέγχους στο σπίτι ζούμε στιγμές μεγαλείου. «Αφηρημένη», «δεν δείχνει ενδιαφέρον», « Το μυαλό της είναι αλλού», αυτά ακούει η μαμά μου από τη δασκάλα και της ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι, όπως λέει, αν και εγώ το χρώμα της μια χαρά το βρίσκω. Κοκκινίλες πουθενά!
«Μα καλά βρε παιδί μου, τι θα κάνεις εσύ στη ζωή σου;»  και τότε της δίνω την απάντηση που πρέπει μαζί με την πίεση να της ανεβάζει και άλλα πράγματα, αλλά δεν είμαι και γιατρός για να τα προσδιορίσω: «Μπαλαρίνα». Λατρεύω το χορό. Είμαι πολύ καλή απ’ ό,τι λέει η μαντάμ Σόφη. Από πέρυσι, μάλιστα, με έβαλαν στο τμήμα με τα πιο προχωρημένα παιδιά. Πολύ δουλειά, πολύ κούραση, αλλά μου αρέσει.
Τι φταίω εγώ που δεν έχει το σχολείο μάθημα χορού, να πάρω όλα τα άριστα του κόσμου; Και η Λυδία η φίλη μου, δεν είναι και εκείνη πολύ καλή μαθήτρια. Αλλά το καλοκαίρι κέρδισε σε ένα πανευρωπαϊκό διαγωνισμό σκάκι τη δεύτερη θέση. Είναι δύσκολο το σκάκι εγώ ποτέ δεν κατάφερα να καταλάβω αυτό το παιχνίδι…»
Πόσα άραγε παιδιά φοιτούν στα σχολεία μας που τα ταλέντα τους και οι ικανότητές τους χάνονται σε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που κυνηγάει την επιτυχία του μέσου όρου; Πόσοι μαθητές έχουν δεξιότητες που καταπνίγονται και ακυρώνονται σε ένα πλαίσιο που επιβραβεύει μόνο επιτυχίες σε μαθηματικά, γλώσσα και γεωγραφίες;
Θα μου πείτε, πολύ λογικά, ότι το σχολείο δεν μπορεί να έχει τόσες εκπαιδευτικές ενότητες; Σωστό και δίκαιο. Θα έπρεπε όμως να είχε έναν άλλο τρόπο προαγωγής της μάθησης και αξιολόγησής της.
Με την παρούσα κατάστασηβάζουμε στην άκρη ένα ταλέντο σε οποιοδήποτε τομέα, το υποβαθμίζουμε και κρίνουμε και κατακρίνουμε, βάσει των επιδόσεων στα μαθήματα που διδάσκονται στο σχολείο. Είναι τόση η επένδυση που κάνουμε στην αξία της μάθησης στο σχολείο, που τυφλωνόμαστε από αυτή και αφήνουμε τα παιδιά μας να μαραζώνουν γιατί δεν καταλαβαίνουν τις εξισώσεις ή τη διαφορά του επιθετικού προσδιορισμού από το κατηγορούμενο.
Είναι λίγο σαν την ιστορία με το σχολείο των ζώων που φοιτούσε ένα παπί, το οποίο κολυμπούσε με τρομερή δεξιοτεχνία και ταχύτητα και ένας λαγός που έτρεχε σαν τον άνεμο. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών τους, που περιελάμβανε την παρακολούθηση όλων των μαθημάτων, το παπί δεν μπορούσε να κολυμπήσει πλέον τόσο καλά γιατί οι μεμβράνες των ποδιών του είχαν φθαρεί από το υποχρεωτικό για την τάξη του μάθημα τρεξίματος και ο λαγός κατήντησε πιο αργός από χελώνα γιατί τα πόδια του καταπονήθηκαν από το υποχρεωτικό μάθημα κολύμβησης.
Δεν απαιτώ ένα εκπαιδευτικό σύστημα που θα περιλαμβάνει στο αναλυτικό του πρόγραμμα, μπαλέτο, μουσική, αθλητισμό, τέχνες κλπ κλπ. Απαιτώ όμως ένας σχολείο που δεν θα κατακερματίζει την αυτοεκτίμηση των παιδιών μόνο και μόνο επειδή δεν ενδίδουν σε ένα πρόγραμμα που απευθύνεται στο μέσο όρο.
Οι άνθρωποι, δεν είναι μέσοι όροι. Τα παιδιά καταρρακώνονται και ματαιώνονται, όταν αντιμετωπίζονται με αυτό τον τρόπο. Όμως ο ορυμαγδός μιας κοινωνίας,  και συγκεκριμένα της ελληνικής, που θέλει τον άριστο μαθητή και  το καλό παιδί, δίνοντας έμφαση στις σχολικές επιτυχίες και αδιαφορώντας για τις άλλες ικανότητες των παιδιών, το μόνο που καταφέρνει είναι να διαλύει την αυτοεκτίμηση τους.
Ουδείς αναμάρτητος, ούτε η γράφουσα, αλλά είναι καλό να έχουμε κάπου στο πίσω μέρος του κεφαλιού μας την περίπτωση αυτή που το σχολείο θέλει να αναπτύξουμε συγκεκριμένες μόνο δεξιότητες. Να λάβουμε συγκεκριμένες πληροφορίες. Ας δώσουμε όμως στα παιδιά μας τη σημασία και το ενδιαφέρον για τις πραγματικές ικανότητές τους και ας τα βοηθήσουμε, όπως μπορούμε, να μην γίνουν ένα παπί που κολυμπάει μέτρια και τρέχει εξίσου μέτρια, και ένας λαγός που κάνει ακριβώς… το ίδιο.

Το «σπίτι-δουλειά» μας γερνάει πριν την ώρα μας


Από μικρή βαριόμουν μέχρι αηδίας οτιδήποτε συμβατικό. Ακόμη και την ίδια τη ζωή, αν κατέληγε να ταυτιστεί με μια ακόμη σύμβαση. Ίσως όλα να ‘ναι συμβάσεις, αναπόφευκτα τελικά, ποιος ξέρει. Ίσως όχι. Το point μου όμως είναι ότι όπως και να ‘χει, ό,τι κι αν ισχύει, ακόμη κι αν μιλάμε για συμβάσεις κάθε είδους, ας τις γουστάρουμε τουλάχιστον τις άτιμες, ποιος μας εμποδίζει στο κάτω-κάτω;

Γι’ αυτό κι όσο οι άλλοι γύρω μου επέμεναν να ενηλικιώνονται, να μεγαλώνουν, να ωριμάζουν και να μεταλλάσσονται, καθοδηγούμενοι από μια «φυσική εξέλιξη» των πραγμάτων που ποτέ δεν κατάλαβα ούτε ενστερνίστηκα αν με ρωτήσεις, εγώ έμοιαζα ν’ ακολουθώ την αντίθετη κατεύθυνση.

Αυτό το flat επαναλαμβανόμενο μοτίβο του «σπουδάζω, πιάνω δουλειά, παντρεύομαι, κάνω κι ένα-δυο κουτσούβελα», χάνοντας τη δική μου ταυτότητα κάπου στη διαδρομή, ποτέ δε μου ‘κατσε καλά και το αποποιήθηκα από νωρίς. Για όσους το επιλέγουν με γεια τους, με χαρά τους. Για όσους τη βρίσκουν μ’ αυτό κι εγώ μαζί τους και μπράβο τους.

Στόχος μου είναι, παρ’ όλα αυτά, μια ζωή όσο γίνεται πιο γεμάτη. Γεμάτη εμπειρίες και περιπέτειες, γεμάτη ανθρώπους και συναισθήματα κι όλα στο κόκκινο, γιατί μόνο έτσι νιώθω ζωντανή. Για τον εαυτό μου αποφάσισα κάποτε ότι καλώς ή κακώς δε θέλω και δεν μπορώ να συνδυάσω μια συνηθισμένη πορεία μ’ όλα τα παραπάνω.
Ακόμη κι αν εγώ κατέληξα έτσι επειδή είμαι των άκρων εκ φύσεως, δε σημαίνει ότι είναι υγιές ένας άνθρωπος που δε λειτουργεί όπως εγώ να παραιτείται από τις προσωπικές επιθυμίες του, θάβοντας το παρόν και το μέλλον του κάτω από υποχρεώσεις, είτε εργασιακές είτε οικογενειακές.

Όταν εγκλωβίζεσαι σε μια μίζερη καθημερινότητα που θυμίζει μέρα της μαρμότας δίχως εναλλαγές, ακόμη κι αν απαρτίζεται από ανθρώπους που αγαπάς κι έχεις επιλέξει να μοιραστείς μαζί τους τη ζωή σου -είτε πρόκειται για το σύντροφό σου σκέτο είτε για ένα ολόκληρο πακέτο με παιδιά, σκυλιά και γατιά μ’ αυτόν επικεφαλής- δεν μπορεί παρά να χαθείς κάπου στην πορεία και να μπουχτίσεις.
Αν ο χρόνος ή οι αντοχές σου φτάνουν μόνο για να πραγματοποιείς τη συναρπαστική διαδρομή «δουλειά-σπίτισπίτι-δουλειά» κάθε μέρα, τότε θαρρώ πως ήρθε η ώρα να το πάρεις λίγο αλλιώς το όλο θέμα. Δεν έχω πρόθεση να το παίξω ξερόλας, ούτε να δώσω μαθήματα ζωής σε κανέναν. Ο καθένας μας είναι υπεύθυνος για τις επιλογές και τις πράξεις του, απ’ την αρχή ως το τέλος κι ίσως όλα όσα λέω ή θα πω από κάποιους να θεωρηθούν πολυτέλειες.

Όμως με μια γρήγορη ματιά γύρω μου, στους συνομήλικούς μου που ‘χουν αρχίσει να μου φαίνονται ξένοι εδώ και καιρό, παρατηρώ πως ο άνθρωπος φθείρεται και γερνάει όταν τραβάει τον δρόμο της επιβίωσης, ξεχνώντας τι πάει να πει ζωή. Φθείρεται και γερνάει πριν την ώρα του. Φθείρεται και γερνάει τόσο εξωτερικά, όσο κι εσωτερικά, πράγμα που ίσως είναι χειρότερο, πιο τρομακτικό και πιο θλιβερό.
Γιατί όταν καταλήγει κανείς να ζει για να δουλεύει κι όχι το αντίστροφο, όταν καταλήγει να ταυτίζει την αγάπη για την οικογένειά του με θάψιμο των προσωπικών, ξεχωριστών επιθυμιών κι αναγκών του, όταν φτάνει στο σημείο να περιορίζεται κάπου ανάμεσα σε προϊσταμένους, συναδέλφους, πεθερικά και συμπεθέρια, καταλήγοντας όλα αυτά ν’ αποτελούν τα μοναδικά ερεθίσματά του, καθώς ο καιρός περνάει το πιθανότερο είναι πως κάποια μέρα θα νιώσει ανεξήγητα καταπιεσμένος, σ’ απροχώρητο ίσως βαθμό.

Ο χρόνος κι ο χώρος που χρωστάμε στον ίδιο μας τον εαυτό είναι οι ανάσες τις ψυχικής μας ισορροπίας. Όσο περιορίζουμε τις ανάγκες μας τόσο περισσότερο ασφυκτιούμε υποσυνείδητα. Use it or lose it είχε πει κάποτε ένας καθηγητής μου αναφερόμενος στο μυαλό μας. Όμως, μεγαλώνοντας κατάλαβα πως αυτό ισχύει για πολλά άλλα πράγματα επίσης.

Αν δεν εκμεταλλευτείς τις δυναμικές της ηλικίας σου όσο ακόμη τις έχεις, λογικό είναι να σ’ εγκαταλείψουν κι εκείνες από νωρίς. Πριν καν συνειδητοποιήσεις τι έχει συμβεί, θα σ’ αφήσουν σύξυλο, όταν θα ‘ρθει η ώρα που θα καταλάβεις ότι στα 35 σου έχεις αποκτήσει συνήθειες, αντοχές και διάθεση που θυμίζουν ήδη τους γονείς σου.
Αν θέσεις στο περιθώριο την κοινωνική σου ζωή, πέφτοντας στην παγίδα του γνωστού «πού να τρέχω τώρα έτσι πτώμα μετά τη δουλειά» ή στο εξίσου πολυφορεμένο «έχω οικογένεια και παιδιά, δεν είμαστε για τέτοια», τότε θα σ’ αποβάλει κι ο κόσμος, αφήνοντάς σε στο περιθώριο να παρακολουθείς από μακριά όσους ακόμη τολμούν να ζουν και να διασκεδάζουν, έχοντας παρέες και διαφόρων ειδών ενδιαφέροντα.

Τι σε κάνει όμως να πιστεύεις ότι είναι δευτερεύον το να ‘χεις δραστηριότητες, χόμπι και παρέες; Τι μας κρατάει σ’ εγρήγορση, αν όχι οι εναλλαγές παραστάσεων, η δράση, η ανταλλαγή απόψεων, η ανθρώπινη επαφή, η ενασχόληση με κάτι που αγαπάμε και μας γεμίζει και που μπορεί να γίνει όμορφα δημιουργικό, δίνοντας στο μυαλό μας διεξόδους γι’ ανανέωση;

Ο άνθρωπος είναι ον πολύπλευρο. Αν δώσεις μια ευκαιρία στον εαυτό σου να υπάρξει και πέρα απ’ τις προβλεπόμενες υποχρεώσεις, θα δεις ότι η βελτιωμένη σου εκδοχή θα κάνει καλό και σ’ αυτούς που αγαπάς. Αν εσύ νιώθεις όμορφα, δεν μπορεί παρά η ζωντάνιά σου αυτή να μεταφερθεί και στο περιβάλλον σου. Αν εσύ τρέφεις όσες περισσότερες πλευρές τις προσωπικότητάς σου μπορείς, τόσο πιο ενδιαφέρων και ζωντανός θα φαντάζεις στα μάτια των δικών σου, κάνοντάς τους να χαίρονται για ‘σένα, μαζί σου.

Δεν είναι εγωιστικό να θέλει κανείς προσωπικό χρόνο και ποικιλία στη ζωή του. Ο παραιτημένος άνθρωπος, ακόμη κι αν από συνήθεια πιστεύει πως όλα είναι εντάξει, μέσα του πάντα θα τρώγεται μέχρι που θα γίνει τελικά ένας γέρος ανεξαρτήτου ηλικίας.

Έλλη Πράντζου – pillowfights.gr

https://www.sarotiko.gr/

Το απ’ έξω πέθανε. Ζήτω η κριτική σκέψη!

Alfavita Alfavita

Επιμένουμε, λοιπόν, στην απομνημόνευση, είμαστε εξεταστολάγνοι και 50 χρόνια πίσω. Γιατί όλη αυτή η πίεση στους μαθητές; Υπάρχει άραγε λόγος να μάθουν κάτι απ’ έξω;
Πριν από μερικές μέρες, μου γεννήθηκε η απορία αν η μητέρα μου (η οποία σπούδασε αγγλική φιλολογία σε πανεπιστήμιο της Αυστραλίας) είχε στο τέλος κάθε πανεπιστημιακού εξαμήνου εξεταστική. Η απάντηση που πήρα ήταν αφοπλιστική: «Ποτέ δεν είχαμε εξετάσεις. Όταν ο καθηγητής ήθελε να δει αν μάθαμε κάτι, μας έβαζε εργασίες. Μάλιστα μας έλεγαν ότι τα τεστ εξετάζουν τη μνήμη, όχι τη γνώση.»
Μου ήρθε να βάλω τα κλάματα. Πριν από 45 χρόνια, η Αυστραλία εφάρμοζε ένα σύστημα κατάργησης της απομνημόνευσης, και μάλιστα στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ενώ εμείς προσπαθούμε να πείσουμε τα παιδιά ότι πρέπει  να τα θυμούνται όλα απ’ έξω από το Δημοτικό ακόμα. Τρανταχτό παράδειγμα μια δασκάλα Β΄ Δημοτικού που θεώρησε καλό να εξετάσει τους μαθητές της εφ’ όλης της μαθηματικής ύλης τον Ιούνιο και μάλιστα «απειλώντας» ότι «μπορεί να πέσει οτιδήποτε». Έτρεχαν οι γονείς, λοιπόν, πανικόβλητοι, να στείλουν τα παιδιά σε μαθηματικούς.
Επιμένουμε λοιπόν στην απομνημόνευση, είμαστε εξεταστολάγνοι και 50 χρόνια πίσω. Γιατί όλη αυτή η πίεση στους μαθητές; Υπάρχει άραγε λόγος να μάθουν κάτι απ’ έξω; «Για να το θυμούνται», θα απαντήσει κάποιος. Μα τα ίδια τα παιδιά λένε ότι τα ξεχνούν αμέσως μετά από τεστ/διαγώνισμα/εξετάσεις. Σκοπός είναι να το μάθουν, όχι να το απομνημονεύσουν. Η γνώση είναι εκείνη που συνεπάγεται τη μνήμη, και όχι η μνήμη τη γνώση.
Μα, θα μου πείτε, γιατί τόσα χρόνια μαθαίναμε πράγματα απ’ έξω; Η αλήθεια είναι ότι υπήρχε μια βάση σε αυτό παλαιότερα, διότι οι πληροφορίες βρίσκονταν σε συγκεκριμένο μέρος, σε συγκεκριμένη θέση (π.χ. βιβλία, βιβλιοθήκες, πανεπιστήμια κ.τ.λ.), επομένως ήταν αναγκαία η αποστήθιση, διότι δεν υπήρχαν πολλές πιθανότητες επανεύρεσης της πληροφορίας. Στην εποχή της τεχνολογίας όμως, όλες οι πληροφορίες βρίσκονται κάθε στιγμή δίπλα μας (κινητό, υπολογιστής), με το wifi να είναι πλέον σχεδόν παντού. Γιατί να επιμένουμε, λοιπόν, στην αποστήθιση; Δεν έχει νόημα, ιδιαίτερα στις μικρές τάξεις (Δημοτικό, Γυμνάσιο).
Πρέπει επομένως στο σχολείο να κατευθύνουμε αλλού τις δεξιότητες των παιδιών. Επειδή η πληροφορία είναι τόσο αθρόα, σκοπό έχει να προάγουμε την ικανότητα συνδυασμού των πληροφοριών μέσω της κριτικής σκέψης. Με άλλα λόγια, τα παιδιά πρέπει να μάθουν πώς να βρίσκουν τις πληροφορίες, πώς να διακρίνουν τις ψευδείς από τις αληθινές και πώς να τις συνδυάζουν. Φαίνεται ότι το Υπουργείο Παιδείας το έχει συνειδητοποιήσει αυτό και περιόρισε κατά πολύ των αριθμό των ενδοσχολικά εξεταζομένων μαθημάτων στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Έτσι, οι εκπαιδευτικοί είναι περισσότερο ελεύθεροι στο έργο τους.
Μερικοί ίσως θεωρήσουν αυτά τα τρία χαρακτηριστικά, δεδομένα. Κι όμως, δεν είναι. Κάνοντας μια μικρή επίσκεψη στη βιβλιοθήκη του σχολείου με διάφορες τάξεις, διαπίστωσα ότι υπάρχουν παιδιά που δεν ξέρουν να ψάχνουν λήμματα στην εγκυκλοπαίδεια. Πολύ παρωχημένο, θα μου πείτε. Κι όμως, η γενική γνώση συνήθως δε βρίσκεται στο διαδίκτυο, οπότε πρέπει να επιλέξουμε τον παραδοσιακό τρόπο εξεύρεσης πληροφοριών. Άλλωστε, η συλλογή πληροφοριών στο ίντερνετ δεν είναι πάντα εύκολη: πρέπει να εισαχθούν οι κατάλληλες λέξεις – κλειδιά, κάτι το οποίο οι μαθητές, τουλάχιστον στις αρχές, δεν είναι σε θέση να το κάνουν σωστά. Άρα, η δεξιότητα αυτή πρέπει να γίνει αντικείμενο εκμάθησης στο σχολείο.
Το επόμενο βήμα είναι ο έλεγχος εγκυρότητας των πληροφοριών. Όσον αφορά σε αυτό το κομμάτι, πιστεύω ότι οι μαθητές βρίσκονται σε πολύ χαμηλό επίπεδο. Πρέπει να μάθουν να διακρίνουν την έγκυρη πληροφορία από την ψευδή, την επιστημονική θεώρηση από την απλή αναφορά, γιατί συνήθως οι μαθητές αντιγράφουν την πρώτη πηγή που τους φαίνεται σωστή.
Τέλος, ο συνδυασμός των κατάλληλων πληροφοριών κρίνεται απαραίτητος, καθότι η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης είναι σημαντική για τους μελλοντικούς πολίτες. Η αντιμετώπιση «κάνω κάτι επειδή το κάνουν και οι άλλοι»  ή «γράφω κάτι γιατί το λέει το ίντερνετ» πρέπει να περιορισθεί, κι αυτό θα γίνει μόνο με την απόκτηση κριτικού πνεύματος.
Είναι σαφές, λοιπόν, ότι οι τρεις παραπάνω δεξιότητες κρίνονται εκ των ων ουκ άνευ στην εποχή της αχανούς πληροφορίας. Για να γίνει όμως το μάθημα όπως του αξίζει, θα πρέπει να ενσωματώσουμε καινοτόμους τρόπους διδασκαλίας και όχι το κλασικό μοτίβο «εξέταση – παράδοση – επανάληψη», το οποίο άλλωστε έχει αποδειχθεί πολλάκις ότι δεν αποδίδει. Εφόσον στα περισσότερα μαθήματα δεν υφίστανται πλέον οι εξετάσεις, παρέχεται η δυνατότητα στον εκπαιδευτικό να εφαρμόσει νέες μεθόδους εκμάθησης, οι οποίες είναι και πιο αποτελεσματικές αλλά και πιο ευχάριστες στα παιδιά. Το απ’ έξω λοιπόν, έχει πεθάνει, ζήτω η κριτική σκέψη!
Ειρήνη Μπούχλιου
Αναπληρώτρια Βιολόγος

Το χαλί που το πατούσαν όλοι: Ένα υπέροχο παραμύθι για τα προσωπικά όρια


Μια φορά κι έναν καιρό στα βάθη της Περσίας ήταν το πιο όμορφο, το πιο πολύτιμο, το πιο ακριβό και ξεχωριστό χαλί του κόσμου. Το διακοσμούσαν παραστάσεις που περιέγραφαν τη χαρά της ζωής και ήταν κατασκευασμένο από μετάξι και ίνες από χρυσό και ασήμι.
Ο ιδιοκτήτης του, ένας έμπορος χαλιών, ήταν τόσο περήφανος για το απόκτημά του, που αντί να το κρεμάσει, όπως και όλα τα άλλα χαλιά, το έστρωσε στην είσοδο, για να το καμαρώνει ο ίδιος αλλά και για να είναι το πρώτο πράγμα που θα έβλεπε ο κάθε πελάτης την ώρα που θα έμπαινε στο μαγαζί του.
Έτσι η φήμη για την ομορφιά του χαλιού εξαπλώθηκε στα πέρατα της οικουμένης και χιλιάδες κόσμου συνέρρεαν στο κατάστημα, για να θαυμάσουν αυτό το μοναδικό χαλί. Ο έμπορος ούτε για μια στιγμή δε διανοήθηκε να το πουλήσει, όμως κατάφερε να πουλήσει αμέτρητα χαλιά σε πολύ ακριβές τιμές.
Η προσφορά λοιπόν του χαλιού μας ήταν τεράστια. Ένιωθε να το πλημμυρίζει η ευτυχία, γιατί έκανε πάμπλουτο και τον ιδιοκτήτη του και την οικογένειά του, έκανε όμως χαρούμενους και χιλιάδες ανθρώπους, που θαυμάζοντας ένα τέτοιο σπάνιο αντικείμενο τέχνης γέμιζαν τα μάτια τους και τις ψυχές τους με απίστευτη ομορφιά.
Δυστυχώς η ευτυχία του καταστηματάρχη και του χαλιού δεν κράτησαν για πάντα. Με την πάροδο του χρόνου, επειδή όλοι το πατούσαν ασταμάτητα χωρίς να σκεφτούν ότι κι αυτό ήταν φθαρτό και θα μπορούσε να καταστραφεί, άρχισε να λερώνεται, να ξεθωριάζει και να ξεφτίζει. Τότε το κυρίευσε ο πανικός και προσπαθούσε συνέχεια να φαίνεται πιο όμορφο, τεντωνόταν και φώναζε σε κάθε επισκέπτη: «Σε παρακαλώ, πέρασε, μπορείς να με κάνεις ό τι θέλεις, πάτα με κι άλλο!». Νόμιζε το δύστυχο ότι όσο πιο πολύ το πατούσαν, όσο πιο πολλά πρόσφερε στους ανθρώπους, τόσο πιο πολύ θα το αγαπούσαν και θα γίνονταν κι αυτοί αλλά και το ίδιο ευτυχισμένοι.
Η πραγματικότητα όμως ήταν άλλη. Μπορεί να συνέχιζαν να το πατάνε, έπαψαν όμως να του δίνουν και σημασία κι αυτό, παρά τις αγωνιώδεις προσπάθειές του, φθειρόταν ολοένα και η αρχική αγαλλίασή του μετατρεπόταν σε δυσαρέσκεια, θυμό και φόβο που το δηλητηρίαζαν κάθε λεπτό της ημέρας. Ο έμπορος έπαψε φυσικά να είναι περήφανος γι’ αυτό και το κοίταζε με περιφρόνηση στην αρχή και με θυμό στη συνέχεια, γιατί οι πελάτες είχαν λιγοστέψει πολύ και ο ίδιος, όντας και πολύ επιπόλαιος, είχε φτωχύνει ξανά.
Το τελειωτικό χτύπημα ήρθε μια μέρα, όταν ένας πελάτης μπαίνοντας στο μαγαζί είπε: «Τι το θέλεις αυτό το παλιόχαλο στην είσοδο του μαγαζιού σου; Αυτό το ξεφτισμένο και ξεθωριασμένο κουρέλι είναι για πέταμα!». Το κακόμοιρο το χαλί μας λοιπόν, έχοντας χάσει όλη του την ομορφιά, διαλυμένο και βαθύτατα δυστυχισμένο, κατέληξε πεταμένο στη γωνιά μιας σκοτεινής και υγρής αποθήκης, παρέα με τα ποντίκια που κι αυτά δεν το σεβάστηκαν και το ροκάνιζαν καθημερινά δίνοντάς του ακόμα μεγαλύτερο πόνο.
Έτσι συμβαίνει και με τις ζωές μας. Όταν συνέχεια «γινόμαστε χαλί να μας πατήσουν», πιστεύοντας ότι με αυτόν τον τρόπο θα προσφέρουμε την ευτυχία και στον εαυτό μας και στους άλλους πετυχαίνουμε συνήθως το αντίθετο. Αυτοί που τους προσφέρουμε ασταμάτητα παύουν να αναγνωρίζουν την αξία μας, τους βλάπτουμε κακομαθαίνοντάς τους κι εμείς καταλήγουμε φθαρμένοι και διαλυμένοι.
Της Νίκης Ορφανουδάκη

Χόρχε Μπουκάι: Οι τρεις προϋποθέσεις για μια ουσιαστική σχέση


 Εναλλακτική Δράση
Χόρχε Μπουκάι-''Ο δρόμος της συνάντησης'' Εκδόσεις opera
Για να δημιουργηθεί μια στενή σχέση υπάρχουν κάποια πράγματα που πρέπει να συμβαίνουν.
Είναι οι τρεις πλευρές του ανθρώπινου δεσμού, σαν τα τρία πόδια ενός τραπεζιού πάνω στο οποίο στηρίζονται όλα όσα αποτελούν μια στενή σχέση.

Αυτά τα τρία πόδια λέγονται: 

Αγάπη, Έλξη, Εμπιστοσύνη

Μπορεί κανείς να προσπαθήσει και να μάθει να επικοινωνεί καλύτερα, μπορεί να μάθει —αν δεν ξέρει— να σέβεται τον άλλον, μπορεί να μάθει ν’ ανοίγει την καρδιά του… Υπάρχουν όμως κάποια άλλα πράγματα που δεν μαθαίνονται γιατί δεν γίνονται, συμβαίνουν. Και είναι αυτά που πρέπει να συμβούν.
Χωρίς αυτά τα τρία «πόδια» δεν υπάρχει στενή σχέση. Έχουν τόση σημασία, που αν σε μια στενή σχέση λείψει η αγάπη, η έλξη ή η εμπιστοσύνη, η οικειότητα που είχε κατακτήσει το ζευγάρι, χάνεται. Η σχέση μετατρέπεται σε μια καλή διαπροσωπική σχέση που μπορεί να είναι έντονη ή ευχάριστη, χωρίς όμως πια τα χαρακτηριστικά της στενής επαφής.
Για να συνεχιστεί μια στενή σχέση, για να παραμείνει, δηλαδή, το τρίποδο πάνω στο οποίο στηρίζεται, σώο και αβλαβές, πρέπει να μπορώ να συνεχίσω να σ’ αγαπάω, πρέπει να μπορώ να σ’ εμπιστεύομαι, πρέπει να εξακολουθείς να με βρίσκεις ελκυστικό.
Για να έχουμε μια στενή σχέση, είναι απαραίτητο να μ’ αγαπάς, να μ’ εμπιστεύεσαι και να σου αρέσω.
Αυτές οι τρεις προϋποθέσεις δεν θα δημιουργούσαν πρόβλημα αν δεν υπήρχε μια μικρή, πολύ μικρή αλλά φοβερή λεπτομέρεια: Κανένα από αυτά τα τρία πράγματα (αγάπη, εμπιστοσύνη, έλξη) δεν εξαρτάται από τη θέληση μας
Το δραματικά σημαντικό είναι ότι δεν μπορώ να επιλέξω να συμβεί κανένα απ’ αυτά τα τρία πράγματα. Είναι μια διαδικασία που δεν εξαρτάται από τη δική μου απόφαση. Δεν το αποφασίζω εγώ να σ’ αγαπάω, να σ’ εμπιστεύομαι, ή να μου αρέσεις. Όσο και να προσπαθήσω, δεν μπορώ να κάνω τίποτα αν δεν μου συμβαίνει, αν δεν το αισθάνομαι.
Συνεπώς, η στενή σχέση είναι κάτι που προκύπτει όταν, μεταξύ δύο ανθρώπων, συμβαίνουν και στους δύο αυτά τα τρία πράγματα: αγαπάμε τον άλλο, τον εμπιστευόμαστε και νιώθουμε να μας ελκύει. Όλα τ’ άλλα μπορούμε να τα δημιουργήσουμε.
Ακόμη, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα για ν’ αγαπήσουμε κάποιον που δεν αγαπάμε, να αρέσουμε σε κάποιον που δεν αρέσουμε, ή να εμπιστευτούμε κάποιον που δεν εμπιστευόμαστε.
Βέβαια, δεν λέω ότι το να αισθάνεται ή να μην αισθάνεται κανείς αυτά τα πράγματα είναι ανεξάρτητο του τι είναι ή κάνει ο άλλος. Λέω πως μπορούμε να συνειδητοποιήσουμε χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια ότι, ενώ είναι βέβαιο ότι εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να σ’ αγαπήσω, να αισθανθώ έλξη για σένα ή να σ’ εμπιστευτώ, εσύ, αντιθέτως, μπορείς να κάνεις κάτι.
Μπορώ να κάνω πράγματα για να καταλάβεις ότι μπορείς να μ’ εμπιστεύεσαι,μπορώ να κάνω πράγματα για να προσπαθήσω να σου αρέσω και να ξυπνήσω την αγάπη σου για μένα.
Δεν μπορώ, όμως, να κάνω τίποτα για να νιώσω κι εγώ το ίδιο για σένα αν δεν προκύψει από μόνο του.
Αν η αγάπη, η έλξη και η εμπιστοσύνη μου εξαρτώνται από κάποιον, είναι πολύ περισσότερο από σένα παρά από μένα.
Για την αγάπη μιλήσαμε και συνεχίζουμε να μιλάμε, τώρα όμως θέλω ν’ ασχοληθούμε και με τα άλλα δύο πόδια του τραπεζιού.
Για να υπάρχει αληθινά στενή σχέση, πρέπει ο άλλος να με ελκύει. Δεν έχει σημασία αν είναι αγόρι, γυναίκα, φίλος, ή αδελφός… ο άλλος πρέπει να με ελκύει. Πρέπει να μου αρέσει αυτό που βλέπω, αυτό που ακούω, αυτό που είναι ο άλλος. Όχι απόλυτα, αλλά πάντως να μου αρέσει.
Αν ο άλλος δεν μου αρέσει πραγματικά, αν δεν υπάρχει τίποτα που να με ελκύει, μπορούμε να έχουμε μια εγκάρδια επαφή, να δουλεύουμε μαζί, να συναντιόμαστε και να κάνουμε πράγματα οι δυο μας, δεν πρόκειται όμως να δημιουργήσουμε μια στενή σχέση.
Για να φτάσουμε ως εκεί, πρέπει, εκτός από τις εκμυστηρεύσεις, την εμπιστοσύνη, την ικανότητα να εκτίθεμαι, τον συναισθηματικό δεσμό, τις ομοιότητες, την ικανότητα να επικοινωνούμε, την αμοιβαία ανοχή, τις κοινές εμπειρίες, τα σχέδια, την επιθυμία να μεγαλώσουμε μαζί και τόσα άλλα… πρέπει, λες και δεν έφταναν όλα αυτά, εγώ να αρέσω στον άλλον κι ο άλλος να με ελκύει.
Η έλξη που αισθάνομαι γι’ αυτόν δεν είναι υποχρεωτικά φυσική. Μπορεί να μου αρέσει ο τρόπος που εκφράζεται, ο τρόπος που ενεργεί, ο τρόπος που σκέφτεται, ή η ευαισθησία του. Επαναλαμβάνω, όμως: πρέπει να υπάρχει έλξη.
Υπάρχουν ζευγάρια που θα τους άρεσε πολύ να είχαν μια στενή σχέση, βιώνουν όμως μια κατάσταση όπου —αν και είναι βέβαιο πως αγαπιούνται πάρα πολύ και εμπιστεύονται ο ένας τον άλλον—, έχει συμβεί κάτι με την αμοιβαία έλξη: έχει χαθεί. Πάνε τότε στον ψυχοθεραπευτή, μιλάνε με μια φίλη ή τον πνευματικό τους και λένε: «Δεν ξέρουμε τι μας συμβαίνει, τίποτα δεν είναι πια ίδιο, δεν έχουμε διάθεση να ιδωθούμε, δεν ξέρουμε καν αν αγαπιόμαστε ακόμα». Πολλές φορές, το μόνο που συμβαίνει, είναι ότι έχει χαθεί προ πολλού η μεταξύ τους έλξη.
Δοκιμάστε να κάνετε μια άσκηση.
Διαλέξτε κάποιον με τον οποίον πιστεύετε πως έχετε μια στενή σχέση, και κάνετε ο καθένας χωριστά έναν κατάλογο με όλα εκείνα που νομίζετε ότι σήμερα σας ελκύουν στο άτομο αυτό. Προσέξτε, λέω ΣΗΜΕΡΑ. Όχι αυτό που σας τράβηξε κάποτε, αλλά αυτό που σας αρέσει στον άλλον ΤΩΡΑ. Καθίστε μετά αρκετή ώρα οι δυο σας και διαβάστε όσα γράψατε. Εκμεταλλευτείτε την ευκαιρία να το πείτε με λόγια. Είναι τόσο ωραίο ν’ ακούς τον άλλον να λέει: «Αυτό που μου αρέσει σ’ εσένα…»
Από τα τρία πόδια, η έλξη έχει ένα περίεργο χαρακτηριστικό: είναι το μόνο που δεν έχει μνήμη.
Δεν μπορώ να νιώθω να με ελκύει αυτό που ήσουν κάποτε,μόνο αυτό που είσαι τώρα.
Θυμάμαι, φυσικά, εκείνη την ημέρα που σε γνώρισα. Αναπολώ τη στιγμή, και η ψυχή μου αγαλλιάζει στη θύμηση της. Αλήθεια είναι. Αυτό, όμως, δεν είναι έλξη: είναι νοσταλγία.
Μπορώ να σ’ αγαπάω γι’ αυτό που υπήρξες για μένα, για το ρόλο που έπαιξες στη ζωή μου, για την κοινή μας ιστορία. Πράγματι, σ’ εμπιστεύομαι για ό,τι έχει συμβεί μεταξύ μας, γι’ αυτό που έχεις δείξει ότι είσαι. Η έλξη, όμως, λειτουργεί στο παρόν γιατί πάσχει από αμνησία.
Όταν μιλάω για εμπιστοσύνη, με όρους οικειότητας και στενών σχέσεων, αναφέρομαι στη βεβαιότητα ότι δεν μου λες ψέματα. Μπορεί να έχεις αποφασίσει να μη μου πεις κάτι, να μη μοιραστείς κάτι μαζί μου, είναι προνόμιο και δικαίωμα σου, ξέρω όμως ότι δεν πρόκειται να μου πεις ψέματα. Αυτό που αποφασίζεις να μου πεις είναι η αλήθεια, ή τουλάχιστον αυτό που ειλικρινά πιστεύεις ότι είναι αλήθεια. Μπορεί να κάνεις λάθος, όμως, δεν μου λες ψέματα.
Η εμπιστοσύνη σε μια στενή σχέση υποδηλώνει τέτοιο βαθμό ειλικρίνειας με τον άλλο, που ούτε καν διανοούμαι να του πω ψέματα.
Έχει σημασία να συμφωνήσουμε σ’ αυτήν την πρόκληση: ότι η αγάπη, η έλξη και η εμπιστοσύνη είναι πράγματα που είτε συμβαίνουν είτε δεν συμβαίνουν. Κι αν δεν συμβαίνουν, η σχέση μπορεί να είναι σχετικά καλή, δεν θα είναι όμως μια σχέση πραγματικά στενή και σημαντική.
Λέω πάντα πως η ζωή δεν είναι ούτε εμπορική συναλλαγή ούτε μια στεγνή δοσοληψία. Η στενή σχέση έχει να κάνει με το τι δίνω και τι παίρνω, κι αυτό είναι ένα μάθημα που έχει κόστος.
Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν με την πεποίθηση ότι πρέπει συνεχώς να δίνουν χωρίς να επιτρέπουν να τους δίνει κανείς τίποτα. Έχουν την εντύπωση ότι με τη θυσία τους συμβάλλουν στη διατήρηση της σχέσης. Αν ήξεραν πόσο άσχημο είναι να ζεις δίπλα σε κάποιον που συνεχώς δίνει και δεν θέλει να πάρει, θα τους προξενούσε κατάπληξη.
Νομίζουν ότι είναι καλοί γιατί διαρκώς προσφέρουν τα πάντα «χωρίς κανένα αντάλλαγμα». Είναι πολύ εκνευριστικό να βρίσκεσαι μονίμως δίπλα σε κάποιον που δεν μπορεί να πάρει.
Είναι άλλο πράγμα να μη ζητάω ανταλλάγματα γι’ αυτό που δίνω και άλλο, πολύ διαφορετικό, να αρνούμαι να πάρω κάτι που μου δίνουν, ή να μην το δέχομαι γιατί πιστεύω πως δεν μου αξίζει. Κατά βάθος, το μήνυμα είναι: «αυτό που μου δίνεις είναι άχρηστο», «δεν μετράει η γνώμη σου», «η βοήθεια σου δεν έχει αξία», «δεν ξέρεις εσύ».
Πρέπει να καταλάβουμε πόσο κακό κάνουμε στον άλλον όταν αρνούμαστε να πάρουμε αυτό που μας δίνει με την ψυχή του.
Η δοσοληψία της ζωής επιτρέπει την αμοιβαία αφοσίωση η οποία, ασφαλώς, αποτελεί το διαβατήριο για τη στενή διαπροσωπική σχέση.
Όπως σ’ ένα οποιοδήποτε τραπέζι, έτσι κι εδώ κάθε πόδι είναι απαραίτητο. Σ’ ένα τραπέζι όμως με τρία πόδια, αυτό αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση.
Σ’ ένα τραπέζι με τέσσερα πόδια, μπορώ μέχρι ένα σημείο να ισορροπήσω κάτι που ακούμπησα πάνω του, ακόμη κι αν του λείπει το ένα. Αντίθετα, σ’ ένα τραπέζι με τρία πόδια, αρκεί να λείπει ή να είναι σπασμένο το ένα, και το τραπέζι μαζί με όλα όσα σηκώνει πάνω του θα πέσει κάτω.
Δεν πιστεύω ότι όλες οι σχέσεις πρέπει να γίνουν στενές, υποστηρίζω όμως, αληθινά, ότι μόνο αυτές δίνουν νόημα στον δρόμο της ζωής.

Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2019

Δεν είναι ο κόσμος που σε απογοητεύει, είναι οι δικές σου προσδοκίες γι’ αυτόν

Οι περισσότεροι άνθρωποι αισθάνονται πληγωμένοι, απογοητευμένοι και προδομένοι από την κοινωνία, τους συνανθρώπους τους, τον κόσμο…

... αυτό όμως δεν είναι αλήθεια… είναι μια παραμόρφωση..
Οι άνθρωποι αυτοί είναι πληγωμένοι από τις δικές τους προσδοκίες για τον κόσμο και όχι από αυτόν…


Οτιδήποτε κι αν συμβαίνει στον κόσμο είναι αληθινό,
αυτό όμως που αυτοί σκέφτονται ότι θα έπρεπε να συμβαίνει στον κόσμο δεν είναι αληθινό…
δεν απογοητεύεσαι δηλαδή από τον κόσμο αλλά από τις δικές σου προβολές γι αυτόν…
… στην απόσταση που δημιουργείται μέσα στο μυαλό σου ανάμεσα σε «αυτό που είναι» και αυτό «που θα έπρεπε να είναι» δημιουργείται η σύγκρουση.
Γνωρίζεις για παράδειγμα έναν άνθρωπο και λες «Τι υπέροχος άνθρωπος!»
Και μετά από λίγο καιρό λες «Μα πόσο ανόητος, πόσο διεφθαρμένος άνθρωπος ήταν!»
«αγαπάς» κάποιον γι αυτό που νομίζεις ότι είναι,
για την εικόνα που εσύ έχεις φτιάξει γι αυτόν…
Νομίζεις ότι ο συγκεκριμένος άνθρωπος άλλαξε ξαφνικά;;
Ήταν οι δικές σου προσδοκίες και προβολές γι αυτόν που σε απογοήτευσαν, όχι αυτός ο ίδιος.

Άρα, αυτό που έχει πραγματική αξία να παρατηρήσουμε είναι ο τρόπος που βλέπουμε τον κόσμο και τους άλλους… και αυτός ο τρόπος καθορίζεται από τις αξίες μας και όσα έχουμε μάθει….
Από το τι πραγματικά γνωρίζουμε για τον κόσμο και τους άλλους…
Οι αξίες μας διαμορφώνονται κυρίως μέσα στο περιβάλλον που ζούμε.
Αν ζούμε σ ένα κόσμο εχθρικό και ανασφαλή, έναν κόσμο ανταγωνιστικό και βίαιο οι αξίες μας θα έχουν διαμορφωθεί ανάλογα…
… το ίδιο και οι προσδοκίες και οι προβολές μας για τον κόσμο αυτό…

Υπάρχουν χιλιάδες θεωρίες σχετικές με το πώς θα έπρεπε να είναι ο κόσμος μα όλες αυτές οι θεωρίες δεν έχουν λύσει ποτέ κανένα πρόβλημα ουσιαστικά.
Οι άνθρωποι συνήθως ακολουθούν αυτές τις θεωρίες και χάνονται,
χάνουν τον «στόχο» τους.
Ακολουθούν γοητευμένοι τη θεωρία της Μη Βίας και της ειρήνης, για παράδειγμα, εξακολουθώντας να είναι βίαιοι στη ζωή τους.

Όταν ένας συνάνθρωπος σου πεινάει δεν έχει καμία αξία να του περιγράφεις πως είναι ένα πιάτο με φαγητό.

Η κοινωνία μας δεν είναι προσανατολισμένη στο να λύνει προβλήματα.
Η κοινωνία μας κινείται με βάση ένα πολύ περιορισμένο κίνητρο,
το προσωπικό όφελος, το κέρδος
και με ένα τέτοιο κίνητρο, μια τέτοια ψεύτικη αξία δεν θα λύσει ποτέ κανένα πρόβλημα….
Είναι ανοησία να πιστεύει κανείς ότι μπορεί το μέρος να ευτυχεί όταν το όλον δυστυχεί….

Όλα είναι ένα στον κόσμο μας και καλό θα ήτανε να το επανεξετάσουμε σοβαρά αυτό αν πραγματικά ενδιαφερόμαστε να αλλάξει ριζικά εικόνα αυτός ο κόσμος.

Για να λύσεις ένα πρόβλημα χρειάζεσαι να έχεις τη μέθοδο και τα «εργαλεία» να το κάνεις.

Ο κόσμος μας σήμερα, μας δίνει ένα πλήθος από εναλλακτικούς τρόπους και μεθόδους για να λύσουμε τα προβλήματά μας, οι γνώσεις μας γι αυτόν και τα «εργαλεία» που διαθέτουμε είναι εξαιρετικά.
Το βιοτικό επίπεδο όλων των ανθρώπων της γης θα μπορούσε να είναι πολύ υψηλό.
Και τούτο δεν είναι μια ακόμα προσδοκία ή προβολή γιατί βασίζεται σε πραγματικά και υπαρκτά δεδομένα.
Δυστυχώς όμως, όπως προαναφέρθηκε, ο κόσμος μας δεν είναι προσανατολισμένος στο να λύνει προβλήματα.
Οι άνθρωποι δεν είναι αποφασισμένοι βαθιά και ριζικά να αλλάξουν.
Όλοι οι εναλλακτικοί τρόποι, οι γνώσεις μας και τα «εργαλεία» που διαθέτουμε σήμερα σπαταλούνται για τα περιορισμένα οφέλη της παγκόσμιας ολιγαρχίας που εξουσιάζει τον κόσμο μας.
Ένας άλλος, πιο δίκαιος και ασφαλής κόσμος, υπάρχει μονάχα στις προσδοκίες και τα όνειρά τους και με αυτό τον τρόπο τίποτα δεν αλλάζει ουσιαστικά!!
Κανείς δεν ξέρει πραγματικά το πόσο ακόμα χρειάζονται οι άνθρωποι να δυστυχήσουν και να υποφέρουν για να αποφασίσουν να αλλάξουν ριζικά.

Υ.Γ. Το κείμενο αποτελεί ελεύθερη μετάφραση και ανάπτυξη από σκέψεις του Jacque Fresco

Τάσος Πετρίδης – Πανγαία – Venus Project

Πηγή: ramnousia
antikleidi
Φιλοξενία: Το Χαμομηλάκι

Σφιχτοδεμένη οικογένεια και ανωριμότητα

Η κρίση μάλιστα που περνάμε, ενισχύεται πάρα πολύ απ’ τον παραπάνω παράγοντα. Τα αίτια αυτής της ανωριμότητας θα τα βρούμε στη δομή της ελληνικής οικογένειας. Ανεξάρτητα από το πώς και πότε ξεκίνησε να υφίσταται αυτό πρόβλημα (γιατί δεν ήταν ανέκαθεν έτσι), στην παρούσα φάση θα πρέπει να το διαπραγματευτούμε.
Κάθε οικογένεια στήνεται αρχικά γύρω από τους δύο γεννήτορες. Οι άνθρωποι έχουν την ανάγκη να ανήκουν πλήρως σε μια ομάδα και μέσα στα όριά της να εξασφαλίζουν στενές, αυθεντικές σχέσεις. Ο κάθε σύντροφος λοιπόν μέσα από τη στενή ψυχο-σεξουαλική σχέση που αναπτύσσει με τον άλλον, προσδοκά να καλύψει τις ανάγκες του για στοργή, μοίρασμα και αληθινή ένωση. Όμως καθώς μεγαλώναμε, πολλούς από εμάς δεν μας προετοίμασαν επαρκώς ώστε να είμαστε ικανοί να δομήσουμε μια τέτοια αυθεντική σχέση. Έτσι ο πατέρας και η μητέρα συχνά δεν μπορούν να βρουν αναμεταξύ τους αυτό που αναζητούν.
Σε αυτές τις περιπτώσεις τα παιδιά «πληρώνουν τα σπασμένα»… Ο γονιός μετατρέπει (ασυνείδητα) τον μπλοκαρισμένο ερωτισμό του προς το σύντροφο, σε υπερβολική στοργή προς το παιδί. Οδηγεί έτσι τον απόγονό του να δεθεί κυριολεκτικά μαζί του. Γονιός και τέκνο, σχηματίζουν έναν αδιάρρηκτο προσωπικό δεσμό. Είναι σα να ορκίστηκαν σιωπηλά να σχηματίσουν οι δυο τους μια ομάδα που δεν χωρά κανέναν άλλο! Ακόμη κι ο άλλος γονιός μένει απέξω. Αυτό βέβαια στην ουσία τον βολεύει. Γιατί πατέρας και μητέρα έχουν ταιριάξει μεταξύ τους στα νευρωτικά τους χαρακτηριστικά. Ο καθένας δηλαδή έχει βρει στον άλλον, το άρρωστο (πλην όμως γνώριμο!) κομμάτι του από την παλιά δική του οικογένεια. Όταν λοιπόν ο ένας παίρνει το συμβιωτικό με το παιδί ρόλο, ο άλλος αναλαμβάνει το ρόλο του «συναισθηματικού ζητιάνου». Με αυτό τον τρόπο στήνεται μια δυναμική (νοσηρή) ισορροπία και η οικογένεια δένει σφικτά.
Στατιστικά είναι συχνότερα η μητέρα αυτή που δημιουργεί τη συμμαχία με το παιδί. Ο πατέρας δεν είναι σε θέση να καλύψει τις συναισθηματικές της ανάγκες ως σύζυγος και αυτή τις καλύπτει μέσα από το παιδί της. Με αυτό τον τρόπο τα παιδιά μένουν σε μια σχέση εξάρτησης και πιθανόν δεν θα μπορέσουν ποτέ να ξεδιπλώσουν τα φτερά τους. Η μητέρα πάλι, ανακουφίζεται μέσα στην παντοδύναμη κυριαρχία της. Έχοντας τον απόγονο ως λάφυρο, αισθάνεται ότι έχει κατατροπώσει το αρσενικό, που έτσι κι αλλιώς την έχει απορρίψει. Ο μεγάλος χαμένος από αυτά τα «παιγνίδια» είναι βεβαίως το παιδί. Το βρέφος, εάν του επιτρέπαμε να αναπτυχθεί φυσιολογικά, θα έπρεπε να ολοκληρώσει σταδιακά μέσα στα τέσσερα πρώτα χρόνια της ζωής του τη διαδικασία της εξατομίκευσης. Αυτό σημαίνει να περάσει «αναίμακτα» και με φυσικό τρόπο τη φάση του αποχωρισμού από τη μητέρα και να αρχίσει να σχηματοποιεί τα δικά του ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Πολλές μαμάδες όμως εξαιτίας των δικών τους κενών εμποδίζουν την υγιή ανάπτυξη των παιδιών τους. Τους μεταδίδουν (με μη λεκτικούς τρόπους συνήθως) τα δικά τους μπλοκαρίσματα. Όπως ένα παιδί φοβάται να μην το εγκαταλείψουν, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο φοβάται και η μητέρα (που έχει μείνει ουσιαστικά ανώριμη) να μην εγκαταλειφθεί από το παιδί της. Η συμβιωτική σχέση έχει στηθεί. Ο ομφάλιος λώρος είναι ξανά άθικτος και ενώνει αδυσώπητα τις δύο πλευρές, οι οποίες θα τραβούν η μια την άλλη εις αεί. Τo παιδί έχει πλέον μάθει να αξιολογεί τον (από)χωρισμό ως εγκατάλειψη και καταστροφή.
Ο πατέρας δεν είναι βέβαια άμοιρος ευθυνών σε όλη αυτή τη διαδικασία. Δέχεται αδιαμαρτύρητα την όλη κατάσταση και αντί να επέμβει διαχωρίζει συνήθως τη θέση του. Αποτραβιέται στην άκρη και αφήνει τη γυναίκα να λάβει τις δύσκολες αποφάσεις. Η κατάσταση του είναι άλλωστε γνώριμη, αφού σε μια ίδιας δομής οικογένεια μεγάλωσε κι ο ίδιος. Ούτε αυτός έχει ενηλικιωθεί. Η βρεφική πλευρά της προσωπικότητας και των δύο συζύγων ζητά επιτακτική ικανοποίηση. Δεν υπάρχει μια ώριμη σχέση ικανή για βάθος συναισθημάτων και αληθινή κατανόηση. Στο γάμο πλέον, δεν διαπραγματεύονται δύο ενήλικες. Είναι δύο μικρά παιδιά που ζουν μαζί και διεκδικούν το ένα από το άλλο υποχρεωτική ευχαρίστηση. Το αποτέλεσμα είναι οι οικονομικές διαφορές, οι τσακωμοί και η απιστία (το 92% των αντρών απατά. Και στις γυναίκες τα ποσοστά έχουν αυξηθεί, μιλάμε σήμερα για 70%).
Θεωρητικά μιλώντας, οι γονείς αποκτούν παιδιά με αρχική πρόθεση να τους προσφέρουν επαρκή κάλυψη των υλικών και συναισθηματικών τους αναγκών. Καθώς τα παιδιά μεγαλώνουν όμως, χρειάζεται να μειώνεται η φροντίδα και η προστασία τους προς αυτά, έτσι ώστε να δοκιμάσουν τα ίδια να φροντίσουν τον εαυτό τους. Για να το θέσουμε με ψυχαναλυτικούς όρους, πρέπει να αντικατασταθεί η αρχής της ηδονής (ευχαρίστησης) από την αρχή της πραγματικότητας. Δυστυχώς, ωριμότητα και προσκόλληση δεν ταιριάζουν. Τι γίνεται όμως στ’ αλήθεια? Οι γονείς περνούν στα παιδιά τους τα περίφημα «διπλά μηνύματα». Τους δίνουν δηλαδή ταυτόχρονα δύο αντικρουόμενες οδηγίες! Μπορεί για παράδειγμα να παροτρύνουν από τη μια το παιδί να παντρευτεί και να τεκνοποιήσει και από την άλλη να σαμποτάρουν με κάθε μέσο όλες τις ερωτικές επιλογές του παιδιού. Θυμηθείτε τις ελληνικές ταινίες και την «αθάνατη» Ελληνίδα μάνα: «Εγώ πότε θα κρατήσω στα χέρια μου εγγονάκι?» και ταυτόχρονα «Δεν μπορώ να καταλάβω που πας και τις βρίσκεις όλες… η μια χειρότερη απ’ την άλλη!». Αυτό που στην ουσία επιθυμεί ν μητέρα είναι παράλογο και ανεδαφικό: θέλει ο γιός της να θέτει όρια σε όλους τους άλλους αλλά να παραμένει εξαρτημένος από την ίδια. Δε χρειάζεται σοφία για να αντιληφθούμε το ασύμβατο του πράγματος. Ένας άνθρωπος εκπαιδεύεται να είναι ή εξαρτημένος ή ανεξάρτητος. Δεν γίνεται να είναι υποταγμένος στη μαμά του, αλλά όχι στη γυναίκα με την οποία θα ζήσει μαζί.
Όταν λοιπόν ακούμε κάποιον να ξεστομίζει περήφανα τη φράση: «Είμαστε μια πολύ δεμένη οικογένεια», θα μπορούσαμε να διακρίνουμε κι ένα δεύτερο μήνυμα πίσω από αυτή. Ίσως μια διευκρίνιση του τύπου: «Κανένας μας από αυτή την οικογένεια δεν είναι έτοιμος (ώριμος) να αποχωριστεί κανέναν». Η διευκρίνιση αυτή υποκρύπτει ταυτόχρονα και την απειλή ότι αν κάποιος τολμήσει να απομακρυνθεί από την οικογένεια, τότε θα στερηθεί την αγάπη και τη στοργή των υπολοίπων. Άρα κανείς δεν έχει στην ουσία την *άδεια* να οδεύσει προς την εξατομίκευση. Το οικογενειακό «δέσιμο» γίνεται αυτοσκοπός. Με ένα σχεδόν ιδεοψυχαναγκαστικό τρόπο, το «Εγώ» της οικογένειας αφιερώνεται στη διαιώνιση αυτής της σχέσης εξάρτησης. Δυστυχώς ένας σημαντικός αριθμός από αυτά τα άτομα έχει ή αποκτά τα στοιχεία της προσωπικότητας ενός καταθλιπτικά οργανωμένου ανθρώπου.
Σκεφτείτε τώρα μέχρι πια ηλικία μένουν οι νεοέλληνες και οι νεοελληνίδες κάτω από την πατρική στέγη. Βλέπουμε νέους ανθρώπους στην ηλικία των είκοσι πέντε, τριάντα ή κι τριάντα πέντε ετών να είναι προσκολλημένοι στη γονική εστία. Στην Ευρώπη το έχουν παρατηρήσει αυτό και μας ειρωνεύονται συνεχώς. Υπάρχουν μάλιστα ευρωπαϊκές χώρες, στις οποίες εάν στα τριάντα σου μένεις με τη μαμά σου, αυτό θεωρείται αυτόματα ψυχοπαθολογία. Στην Ελλάδα βέβαια το φαινόμενο αυτό είναι κοινωνικά αποδεκτό. Οι νέοι από τη μεριά τους υποστηρίζουν ότι είναι πρακτικοί οικονομικοί λόγοι αυτοί που τους εμποδίζουν να μετακομίσουν. Η αλήθεια βέβαια είναι ότι δεν μπορούν να αναλάβουν τις ευθύνες ενός ενήλικα. Οι γονείς πάλι αισθάνονται ασφάλεια που έχουν κοντά τους και υπό τον έλεγχό τους τα παιδιά τους. Δεν διακινδυνεύουν κανέναν αποχωρισμό και δεν συνταξιοδοτούνται από τον αρχικό τους ρόλο. Έτσι διατηρούν αυτή την κατάσταση όσο περισσότερο μπορούν.
Τι γίνεται τώρα όταν έρθει η ώρα για το παιδί να δημιουργήσει τη δική του οικογένεια? Γιατί έρχεται κάποια στιγμή (σε μια φάση έντονης αμφιθυμίας συνήθως) για όλους αυτούς τους ανώριμους άντρες και γυναίκες, που αποφασίζουν να παντρευτούν. Ο γάμος αυτός βέβαια δεν έχει τις προϋποθέσεις για να στεριώσει σωστά. Οι δύο σύζυγοι χαμένοι στα δικά τους προβλήματα είναι ανίκανοι να εδραιώσουν μια αληθινή και βαθιά συντροφική σχέση. Σύντομα αρχίζουν τα προβλήματα. Η μόνη διέξοδος που βρίσκουν τα ζευγάρια είναι η απόκτηση τέκνων. Τα παιδιά σαν από μηχανής θεοί, έρχονται να δώσουν (παροδικά) τη λύση στη λιμνασμένη και άχαρη σχέση των γονιών τους. Συμβολικά, η γέννησή τους μειώνει το άγχος του θανάτου των γονιών. Ο νέος πατέρας και η νέα μητέρα έχουν τώρα κάτι για να απασχολούνται (και μάλιστα full time) αντί να πρέπει να διαπραγματευτούν την προβληματική τους σχέση. Φυσικά τα προβλήματα δεν έχουν λυθεί, αλλά έχουν μετατεθεί στο μακρινό μέλλον.
Με την απόκτηση των παιδιών φαίνεται πλέον σε όλη της την έκταση η κακή εκπαίδευση που έχουν λάβει οι γονείς από την πρώτη τους οικογένεια. Πρώτα απ’ όλα τους είναι αδύνατο να αποκολληθούν από αυτή και να δοθούν ψυχή τε και σώματι στη νέα δική τους οικογένεια. Πολλοί δεν μπορούν καν να ξεχωρίσουν σε ποια οικογένεια πραγματικά ανήκουν. Συχνά ο/η σύντροφος φαντάζει σαν αντίπαλος (είναι ο «ξένος») και δεν υπάρχει εμπιστοσύνη παρά μόνον για την παλιά καλή οικογένεια. Το δεμένο με την παλαιά οικογένεια μέλος αποδίδει τους «δαίμονες» στη νέα του οικογένεια. Σαν τον κακοποιημένο που, μόλις βρει ευκαιρία, θα κακοποίηση και καραδοκεί να εφαρμόσει τη γνώριμη σε εκείνον συμπεριφορά. Οι παππούδες και οι γιαγιάδες αγιοποιούνται. Επειδή αποπλανητικά τόσα χρόνια έχτιζαν εξαρτητική σχέση με το παιδί τους, αυτό νιώθει ότι με τον γάμο του τους πρόδωσε. Αιτία της «προδοσίας» βαφτίζεται ο/ή σύζυγος. Έτσι προκύπτουν οι γνωστές εχθρικές διαθέσεις έναντι εκείνου που τους «έκλεψε» από τη μητρική/πατρική αγκαλιά (θυμηθείτε τη σχέση νύφης – πεθεράς).
Με τη σειρά τους λοιπόν οι νέοι γονείς θα αναπαράγουν το γνώριμο σε αυτούς πρότυπο. Θα φροντίσουν τα παιδιά τους να μην απελευθερωθούν ποτέ συναισθηματικά από αυτούς. Η νέα γενιά θα φοβάται με τη σειρά της οποιαδήποτε αποστασιοποίηση από τη γονική εστία. Τα «δεμένα πρωταρχικά τρίγωνα» θα συνεχίσουν να υπάρχουν και τα παιδιά θα εκδηλώνουν θυμό για το δήθεν βίαιο απογαλακτισμό τους. Θα προτιμούσαν να παραμείνουν αιωνίως προσκολλημένα στους γονείς τους. Όταν έρθει η ώρα λοιπόν να αλλάξουν ρόλους και να γίνουν σύζυγοι, εραστές και γονείς οι ίδιοι, το σύστημα καταρρέει! Το μοντέλο επαναλαμβάνεται ξανά και ξανά. Ανώριμοι γονείς αναθρέφουν ανώριμα παιδιά. Γενεές ολόκληρες ταλαιπωρούνται και υποφέρουν σκληρά στην Ελλάδα από αυτή την πραγματικότητα. Τώρα όμως ξέρουμε τι μας συμβαίνει. Η επιλογή είναι πλέον δική μας.

Όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε για τα μωρά που γεννιούνται τον Γενάρη

Όλα όσα πρέπει να γνωρίζετε για τα μωρά που γεννιούνται τον Γενάρη
Ο Ιανουάριος είναι ο μήνας όπου όλοι παίρνουν νέες αποφάσεις και που κάνουν μια νέα αρχή, για τα μωρά ωστόσο που γεννιούνται τον Γενάρη όλα είναι καινούρια!

Πάντα θυμάσαι τα γενέθλιά τους

Τα μωρά ειδικά που γεννιούνται 1/1 είναι δύσκολο να ξεχάσεις τα γενέθλιά τους.

Κρυώνουν

Στα μωρά του Γενάρη αρέσει να χουχουλιάζουν και εκτός αυτού σύμφωνα με την επιστήμη, τα μωρά που γεννιούνται κρύους μήνες είναι λιγότερο ευερέθιστοι και λιγότερο επιρρεπείς στις μεταβολές της διάθεσης!

Είναι γενικά υγιή

Οι ερευνητές στο Τμήμα Ιατρικής του Πανεπιστημίου της Κολούμπια διαπίστωσαν ότι τα νεογνά του Ιανουαρίου αρρωσταίνουν λιγότερο από τα παιδιά που γεννιούνται τους άλλους μήνες. Ωστόσο, μια άλλη μελέτη του Πανεπιστημίου της Κολούμπια διαπίστωσε ότι τα μωρά που γεννιούνται τους χειμερινούς μήνες έχουν αυξημένο κίνδυνο να εμφανίσουν διαβήτη τύπου 2, οπότε όσες μαμάδες γεννούν τον Ιανουάριο, καλό είναι να το παρακολουθούν αυτό.
 xaraktiristika paidion pou gennniountai ton genari 3

Είναι πιο ώριμα

Τα παιδιά που γεννιούνται στην αρχή του χρόνου, τείνουν να είναι πιο ώριμα από τα παιδιά της τάξης τους που έχουν γεννηθεί την ίδια χρονιά αλλά όχι στους αρχικούς μήνες. Αυτό τους δίνει το πλεονέκτημα να έχουν καλύτερες σχολικές επιδόσεις και να είναι καλύτερα στις εξωσχολικές δραστηριότητες.

Δίνουν λύση σε ένα πρόβλημα

Έρευνα του 2015 έδειξε ότι τα μωρά που γεννιούνται τον Γενάρη, καθώς ενηλικιώνονται, τείνουν να δείχνουν υψηλότερα επίπεδα δημιουργικότητας και φαντασίας, δίνοντας έτσι άμεσα λύση σε ένα πρόβλημα. Οπότε την επόμενη φορά που θα «κολλήσετε» σε κάτι, βρείτε κάποιον που γεννήθηκε τον Ιανουάριο να σας βοηθήσει!

Γίνονται γιατροί ή λογιστές

Τα δύο πιο κοινά επαγγελματικά μονοπάτια που ακολουθούν τα παιδιά που γεννιούνται τον Ιανουάριο είναι αυτό της υγείας και αυτό της λογιστικής!
xaraktiristika paidion pou gennniountai ton genari 1

Τα αγόρια που γεννιούνται τον Γενάρη παντρεύονται κορίτσια που γεννιούνται τον Οκτώβρη

Σύμφωνα με το Journal of Interdisciplinary Cycle Research, τα αρσενικά που γεννιούνται στο δεύτερο μισό του Ιανουαρίου, συνήθως παντρεύονται γυναίκες που γεννήθηκαν στα τέλη Οκτωβρίου.

Γράφουν με το αριστερό

Έρευνα του Πανεπιστημίου της Βιένης, έδειξε ότι τα αγόρια -και όχι τα κορίτσια- που γεννιούνται τον Νοέμβριο, τον Δεκέμβριο και τον Ιανουαρίου, επιλέγουν το αριστερό χέρι για να γράψουν.

Οι τυχεροί αριθμοί τους είναι το 4 και το 22

Αν και γεννιούνται τον πρώτο μήνα του χρόνου, το 1 δεν είναι ο αριθμός τους. Οι τυχεροί τους αριθμοί είναι το 4 (βλέπετε τετράφυλλο τριφύλλι) και το 22.

3 Φωτογραφίες

https://www.mothersblog.gr/