Τρίτη, 29 Μαρτίου 2016

Ρατσισμός και ξενοφοβία: Μια ψυχολογική προσέγγιση

Ρατσισμός


Γενικά
Κάθε άνθρωπος, ως κοινωνικό ον που είναι, χρειάζεται άλλα άτομα γύρω του ώστε να μπορέσει να επιβιώσει. Ως εκ τούτου, γεννιέται με μια θεμελιακή ανάγκη να αισθάνεται ασφάλεια, εγγύτητα και πως ανήκει κάπου, δηλαδή σε μία οικογένεια, ομάδα, κοινωνία κ.ά.
Ο καθένας μας, ανάλογα με τα βιώματα και την προσωπικότητα που διαμορφώνει, εκφράζει τις ανάγκες του αυτές με το δικό του μοναδικό τρόπο. Με άλλα λόγια, κάποιοι με περιέργεια και ενδιαφέρον για το οτιδήποτε ξένο ή άγνωστο, με ενσυναίσθηση για την ενδεχόμενη ευαλωτότητα ή ανημπόρια αυτού του ξένου, κάποιοι άλλοι βιώνοντας μια μικρότερη ή μεγαλύτερη απειλή -με τις συνακόλουθες αντιδράσεις, συμπεριφορές και συναισθήματα-, και, στο ενδιάμεσο αυτών των δύο -εκ διαμέτρου αντίθετων- στάσεων απέναντι στο οτιδήποτε ξένο ή άγνωστο, τα εκατομμύρια διαφορετικής  απόχρωσης και έντασης αισθήματα, στάσεις και αντιδράσεις των υπολοίπων…
Τι είναι η ξενοφοβία και τι ρατσισμός;
Η ξενοφοβία, θα μπορούσαμε να πούμε, πως είναι το αποτέλεσμα του βαθμού έλλειψης ανοχής ενός ατόμου ή μιας ομάδας ατόμων απέναντι σε ξένες ή αποκλίνουσες ομάδες. Με άλλα λόγια, η ξενοφοβία αποτελεί έναν τρόπο αξιολόγησης που στρέφει τα πυροδοτούμενα αισθήματα μιας γενικευμένης απροθυμίας, καχυποψίας ή μνησικακίας κάποιου προς μια άλλη ομάδα από αυτήν που ο ίδιος ανήκει.
Η ξενοφοβία αποτελεί μια ψυχολογική στάση/συμπεριφορά -με ρίζες στο φόβο του μικρού παιδιού (6-8 μηνών) για τους ξένους- όπου τα διαφορετικής μορφής και έντασης αισθήματα εχθρότητας στρέφονται ενάντια σε όσους θεωρούνται πως δεν ανήκουν σε μια συγκεκριμένη κοινότητα. Ένα βασικό χαρακτηριστικό μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας είναι το ότι ο τύπος κουλτούρας που κυριαρχεί ανάγεται σε κανόνα και, για να οριοθετηθεί απέναντι σε όσους αποκλίνουν από αυτόν τον κανόνα, διαμορφώνεται μία στάση που αντανακλά διάφορες παραστάσεις-στερεότυπα ενός «εμείς» και ενός «αυτοί». Με τον τρόπο αυτόν, καλύπτεται, αφενός, η ανάγκη εξεύρεσης αποδιοπομπαίων τράγων που ευθύνονται για τα διάφορα κοινωνικά προβλήματα και τις γοργές αλλαγές στην κοινωνία, αφετέρου δε, οι διάφορες γενικές και ασαφείς απειλές, που διακατέχουν την ομάδα, συγκεκριμενοποιούνται, προβαλλόμενες σε αυτές τις ενοχοποιούμενες ξένες ομάδες, δημιουργώντας παράλληλα μια αίσθηση ενότητας και σύμπνοιας στην ομάδα που βιώνει αυτού του είδους την απειλή.
Αντίθετα, ο ρατσισμός -στην αρχική του εκδοχή- αντιπροσωπεύει μια κοσμοθεωρία ή ιδεολογία που διαχωρίζει τους ανθρώπους σε μεγαλύτερης ή μικρότερης άξιας -βιολογικά και γενετικά-  ράτσες. Τώρα, πλέον, βάση αυτού του διαχωρισμού και αποκλεισμού αποτελούν οι πολιτισμικές, θρησκευτικές ή εθνικές διαφορές. Από την άλλη, η ολοένα -για διάφορους λόγους και αφορμές- ενισχυόμενη πολιτισμική δυσανεξία, με σαφή στοιχεία ισλαμοφοβίας και αντισημιτισμού αποτελεί τη σημαντικότερη αιτία πολεμικών συγκρούσεων και αντιπαραθέσεων ανάμεσα σε διάφορα κράτη ή ομάδες. Για το λόγο αυτό, η ονομασία  που έχει αποδοθεί σε αυτή τη νέα μορφή ρατσισμού που παρατηρείται στις μέρες μας είναι «πολιτισμικός ρατσισμός».
Ρατσισμός
Ο καθοριστικός ρόλος των πρώιμών μας σχέσεων
Το τι σημαίνει εγγύτητα, αγάπη και εμπιστοσύνη, τόσο προς τον ίδιο μας τον εαυτό όσο και προς τους άλλους, αρχίζουμε να το μαθαίνουμε από την πρώτη στιγμή της ζωής μας και σε σχέση πάντα με αυτούς που μας φροντίζουν. Όταν αυτά τα αρχικά μας βιώματα, από αυτούς με τους οποίους είμαστε απόλυτα εξαρτημένοι -βιολογικά και συναισθηματικά- εμπεριέχουν συχνές ματαιώσεις, ασυνέπεια, απρόβλεπτες αντιδράσεις, εγκατάλειψη, αντιφατικότητα, απόρριψη, απόσυρση ή απειλές για απόσυρση της «αγάπης» κ.τ.λ., τότε τα αποτυπώματα που αφήνουν εντός μας είναι ανεξίτηλα και, δυστυχώς, έχουν την τάση να γενικεύονται, δημιουργώντας ανάλογα των βιωμάτων μας αισθήματα, αλλά και προσδοκίες, για οποιαδήποτε μελλοντική στενή διαπροσωπική μας σχέση…
Ένα παιδί που έχει αναπτύξει μια βασική σχέση εμπιστοσύνης με το φροντιστή/γονιό του, νιώθοντας πως αυτός θα είναι διαθέσιμος, προσβάσιμος και πως θα το προστατέψει οποτεδήποτε χρειασθεί, μπορεί και εμπιστεύεται άλλους, προσδοκά πως θα τύχει της αποδοχής, της στήριξης ή της αγάπης τους, αποκτά αυτοεκτίμηση, μια αίσθηση ασφάλειας, αλλά, επίσης, την περιέργεια και διάθεση να θέλει να ξεδιπλώσει τα φτερά του, να αυτονομηθεί σταδιακά και να εξερευνήσει τον «άγνωστο» κόσμο γύρω του, όχι απλά χωρίς ιδιαίτερο φόβο ή πανικό αλλά, αντίθετα, ακόμα και με μια αίσθηση γοητείας από τη συνάντηση με οτιδήποτε νέο, άγνωστο ή «ξένο»…
Αντίθετα, το οτιδήποτε άγνωστο φοβίζει, ακόμα και πανικοβάλει, το άτομο εκείνο που δεν έχει βιώσει επαρκώς ή και καθόλου μια συναισθηματική σταθερότητα και αυθεντική εγγύτητα, που δεν διαθέτει εκείνη τη βασική αίσθηση ασφάλειας που θα του επέτρεπε να έχει και να δείχνει πραγματικό ενδιαφέρον για καινούργια πράγματα ή να εμπιστεύεται και να θέλει να γνωρίσει νέους ή/και διαφορετικούς ανθρώπους στη ζωή του…
Ρατσισμός
Η ανθεκτικότητα των πρώιμων μοντέλων σχέσης
Έχει αποδειχθεί πως οι πρώιμες αυτές σχέσεις δεσμού με τους γονείς μας είναι πολύ σταθερές και ανθεκτικές στο χρόνο, τείνοντας, σχεδόν πάντα, να επαναλαμβάνονται και στις ενήλικές μας σχέσεις, εγκλωβίζοντάς μας κυριολεκτικά σε αυτές, όσο ψυχικό πόνο, αδιέξοδο ή τρόμο και αν προκαλούν…
Έτσι, λοιπόν, παρατηρούμε το «παράδοξο» πως τα παιδιά που έχουν γονείς αυταρχικούς, συναισθηματικά ασυνεπείς, απρόβλεπτους, σκληρούς, τιμωρητικούς κ.τ.λ., εγκλωβίζονται, συνήθως, σε μια τέτοιου είδους παραλυτική σχέση μαζί τους, από τη στιγμή που τα άτομα αυτά, που τα παιδιά έχουν απόλυτη ανάγκη για τη φυσική και συναισθηματική τους επιβίωση, είναι τα ίδια που τους προκαλούν, δέος, τρόμο, ανασφάλεια και ένα μόνιμο αίσθημα απειλής.
Στις περιπτώσεις αυτές, η φροντίδα διαχωρίζεται από την αμείλικτη σκληρότητα με μία πολύ λεπτή μεμβράνη που, ανά πάσα στιγμή, μπορεί να διαρραγεί με απρόβλεπτες συνέπειες. Έτσι, τουλάχιστον, το βιώνει το ίδιο το παιδί, γιατί αυτό έχει, κατ΄επανάληψη, εισπράξει. Μια συνήθης «στρατηγική επιβίωσης» είναι η πλήρης υιοθέτηση ενός ολοκληρωτικού τρόπου σκέψης, ιδεολογίας, ιδεοληψίας ή η υποστήριξη μιας ολοκληρωτικής ομάδας/κόμματος ή ακόμα και η προσχώρηση σε αυτά. Αυτή η πλήρης υποταγή δημιουργεί μια ψευδαίσθηση ασφάλειας, εγγύτητας και κοινότητας με άλλους που είναι το απόλυτο ζητούμενο για ένα άτομο με ανάλογες εμπειρίες ζωής, ως παιδί.
 «Παράδοξο», επίσης, είναι πως τα άτομα αυτά, ενώ αναζητούν απεγνωσμένα την ασφάλεια, μπορούν και τη βιώνουν, με έναν ιδιότυπο τρόπο, στερώντας την από άλλους που την έχουν το ίδιο πολύ -αν όχι μεγαλύτερη- ανάγκη…
Η αναγκαιότητα εξεύρεσης ενός κοινού εχθρού
Η ύπαρξη ή η εφεύρεση ενός κοινού εχθρού ή μιας κοινής απειλής ενώνει, στρέφει την προσοχή μακριά από το ανεξέλεγκτο εσωτερικό χάος των ανθρώπων αυτών που τρέμουν την πολυπλοκότητα και αναζητούν «απλές λύσεις και απαντήσεις», εδώ και τώρα. Μια ολοκληρωτική αντίληψη των πραγμάτων δημιουργεί μια ψευδαίσθηση ασφάλειας πως έχουμε κατανοήσει τον κόσμο γύρω μας καλύτερα από τους άλλους οι οποίοι μετατρέπονται, ως εκ τούτου, σε εχθρούς που πρέπει με κάθε τρόπο να αφανισθούν…
Έχουν γίνει εκατοντάδες μελέτες σε ολόκληρο τον κόσμο για το πόσο γρήγορα εμείς οι άνθρωποι, γενικώς, -πολύ περισσότερο δε, ειδικώς- μπορούμε να δημιουργήσουμε μια συμπαγή ομάδα -ανεξάρτητα από τις όποιες προσωπικές ή άλλου είδους διαφορές μας- αν καταφέρουμε να εφεύρουμε ή αν μας προκύψει ένας κοινός εχθρός. Για παράδειγμα, έχει διαπιστωθεί πως σε έναν χώρο εργασίας, όπου η ομάδα εργαζομένων σπαράζεται από τεράστια προβλήματα μεταξύ των μελών της, που την καθιστούν παντελώς δυσλειτουργική, αυτή η ίδια ομάδα εργαζομένων μπορεί να μετατραπεί, σε λίγες μόνον ώρες, σε μια συμπαγή και λειτουργική ομάδα, εάν τους προκύψει ένας σκληρός και χωρίς κατανόηση διευθυντής ή προϊστάμενος που ανάγεται σε κοινό εχθρό…
Η σχέση των πρώιμων σχέσεων με το ρατσισμό και την ξενοφοβία
Συχνά, στο δημόσιο διάλογο, οι δύο αυτές έννοιες ταυτίζονται και χρησιμοποιούνται ως συνώνυμα, δίνοντας στην ουσία άλλοθι στους απανταχού ρατσιστές, στις ρατσιστικές ομάδες ή στα ρατσιστικά κόμματα να καλύπτονται πίσω από έναν φυσιολογικό, ως ένα βαθμό, μηχανισμό -αυτού της κάποιας επιφυλακτικότητας απέναντι σε κάτι ξένο ή άγνωστο-, ενώ, στην ουσία, πρόκειται για μια καθαρά πολιτική θέση και επιλογή άσκησης βίας.
Ο ρατσιστής δεν είναι ξενοφοβικός, γενικώς, αλλά επιλεκτικά εχθρικός και αμείλικτος απέναντι σε πολύ συγκεκριμένες ομάδες ατόμων, π.χ. εβραίους, αθίγγανους, μαύρους, μουσουλμάνους, ομοφυλόφιλους, κομμουνιστές και σε όποιους διαφωνούν ή αντιτίθενται στην ιδεολογία τους. Αν επρόκειτο απλώς για «ξενοφοβικούς», τότε γιατί δεν έχουν πρόβλημα με «ξένους» ή μετανάστες από Γαλλία, Η.Π.Α., Αγγλία, Γερμανία κ.τ.λ.; Γιατί δεν έχουν κανένα πρόβλημα με τις Ουκρανές, τις Ρωσίδες ή τις Βουλγάρες που πολλοί από αυτούς έχουν παντρευτεί ή έχουν ως ερωτικούς συντρόφους; Έχουν τεράστιο πρόβλημα, όμως, με τον Αλβανό αριστούχο μαθητή, που γεννήθηκε στην Ελλάδα και αισθάνεται, σε μεγάλο βαθμό, έλληνας, επειδή του δόθηκε -όπως δικαιούνταν άλλωστε- να κρατά την ελληνική σημαία στη μαθητική παρέλαση ή με τον Αντετοκούμπο και τον Σχορτσιανίτη -επίσης, γεννημένους στην Ελλάδα και νιώθοντες έλληνες- λόγω του χρώματος της επιδερμίδας τους…
Ο ρατσισμός, πλέον, δεν εστιάζεται στην υπεροχή μιας συγκεκριμένης ράτσας έναντι άλλων υποδεέστερων, αλλά σε πολιτισμικές και θρησκευτικές, κυρίως, διαφορές. Δεν είναι μόνον ατομικός αλλά, μεταξύ άλλων, ακόμα και κρατικός ή μειντιοκρατικός. Βλέπε, την απαγόρευση χρήσης μαντίλας σε κοπέλες μουσουλμάνες στη Γαλλία. Πολλοί από εμάς το επικρότησαν ως πρέπον. Φαντασθείτε, όμως, τι θα γίνονταν και πως θα αντιδρούσαμε εδώ στην Ελλάδα, αν σε κάποιον έλληνα μετανάστη, κάποιας ευρωπαϊκής χώρας, του απαγορεύονταν να βγει από το σπίτι του φορώντας -επειδή έτσι θα ήθελε- φουστανέλα ή τσαρούχια ή, ακόμα περισσότερο, να κρατά στο χέρι του την ελληνική σημαία…;;;
Ρατσισμός
Τα εσωτερικά μας «φαντάσματα»
Επειδή τα προσωπικά βιώματα του καθενός μας και τα συνδεόμενα με αυτά συναισθήματα διαδραματίζουν πολύ σημαντικό ρόλο εντός μας διαχρονικά, δεν είναι καθόλου σίγουρο πως η εμφανής μας στάση απέναντι σε διάφορα σημαντικά θέματα, όπως π.χ. αυτά της ξενοφοβίας και του ρατσισμού, αντανακλά οπωσδήποτε και τη βαθύτερή μας πεποίθηση και στάση απέναντι στα ίδια θέματα, και αυτό είναι αποδεδειγμένο.
Η έρευνα που ασχολείται με τα διάφορα στοιχεία της προσωπικότητάς μας καταδεικνύει με σαφήνεια πως, στην ουσία, όλοι οι άνθρωποι έχουν ηπιότερες ή εντονότερες ξενοφοβικές αντιδράσεις, κάτι που σημαίνει πως ξενοφοβικά φαινόμενα θα υπάρχουν πάντα και σε κάθε είδους κοινωνία. Ακόμα και αυτοί που έχουν συνειδητά μια θετική στάση απέναντι σε άτομα διαφορετικής εθνικής προέλευσης μπορεί, σε συνθήκες πειραματικές, να εκδηλώσουν την ίδια ακριβώς δυσανεξία που εκδηλώνουν άτομα με σαφή ρατσιστικό προσανατολισμό ή ρατσιστική συμπεριφορά.
Μπορεί, δηλαδή, κάποιοι από εμάς να ισχυριζόμαστε πως δεν είμαστε ξενοφοβικοί ή ρατσιστές, και να το πιστεύουμε, όμως, οι απόλυτα αυθόρμητες αντιδράσεις μας να αντανακλούν κάτι πολύ διαφορετικό. Για παράδειγμα, πολλοί, που υποστηρίζουν πως δεν είναι ρατσιστές, στην περίπτωση που η κόρη τους έφερνε στο σπίτι έναν αφρικανό, λέγοντας πως είναι ο ερωτικός της σύντροφος, πως σκέφτεται να συζήσει μαζί του ή να τον παντρευτεί, μπορεί να την αποκήρυσσαν από παιδί τους ή ακόμα και να πάθαιναν έμφραγμα.
Κάτι ανάλογο ίσως συνέβαινε και στην περίπτωση που κάποιοι αντιρατσιστές ή μη ξενοφοβικοί ρωτούνταν αν θα πρέπει να αναγερθεί κάποιο τζαμί στην πόλη τους ή ποιον θα προσλάμβαναν στη δουλειά τους, αν έπρεπε να διαλέξουν κάποιον, με βάση το όνομά του, από έναν κατάλογο που θα περιείχε ελληνικά, αραβικά ή αφρικανικά ονόματα, μεταξύ ενός ορθόδοξου και ενός μάρτυρα του Ιεχωβά κ.ά….
Οι άνθρωποι, σε καταστάσεις άγχους και στρες, έχουν την τάση να λειτουργούν λιγότερο εύκαμπτα ή περισσότερο στερεοτυπικά και να ερμηνεύουν κάθε τι πολύπλοκο, πολυσήμαντο και, ως ένα βαθμό, άγνωστο με βάση ήδη προϋπάρχουσες παραστάσεις και απόψεις γιατί αυτό μας διευκολύνει. Μπορεί, για παράδειγμα, να γενικεύσουμε και, από τη συμπεριφορά ενός και μόνον ατόμου, να χαρακτηρίσουμε ανάλογα μια ολόκληρη ομάδα ατόμων, λέγοντας, για παράδειγμα, πως «Όλοι οι αθίγγανοι είναι κλέφτες», «Όλοι οι εβραίοι είναι φιλοχρήματοι», «Όλοι οι σκωτσέζοι είναι τσιγγούνηδες» ή ακόμα «Όλες οι γυναίκες είναι που…νες ή «Όλοι οι άνδρες είναι ίδιοι, δηλαδή, καθάρματα» κ.τ.λ.
Η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα πυροδοτούν πάντα αισθήματα άγχους και στρες και μια αυξημένη ανάγκη για μεγαλύτερη ασφάλεια. Αν μια κοινωνία δεν είναι σε θέση να διασφαλίσει στα μέλη της μια αίσθηση συνέχειας και ασφάλειας, τότε τα όποια εσωτερικά φαντάσματα του καθενός μας -όπως ο ρατσισμός και η ξενοφοβία- ξυπνούν πολύ ευκολότερα από το λήθαργό τους…
Μια κλασσική έρευνα, από τη δεκαετία του 1960 στις Η.Π.Α., κατέδειξε πως τα παιδιά, που δεν μπορούσαν να διαχειριστούν ικανοποιητικά το στρες τους και που βίωναν μεγαλύτερη του μέσου όρου ανασφάλεια σε άγνωστα περιβάλλοντα, είχαν την τάση να γίνονται συντηρητικά άτομα ως ενήλικες. Μπορεί ο συντηρητισμός να μην είναι ταυτόσημος με τον ρατσισμό αλλά η αυξημένη ανάγκη των συντηρητικών ατόμων να συμβαδίζουν με τις αρχές και τις αξίες της ομάδας που ανήκουν, χωρίς ιδιαίτερες αποκλίσεις, οδηγεί και σε μια αυξημένη δυσανεξία και επιφυλακτικότητα απέναντι σε «άλλες» ή «αποκλίνουσες» ομάδες…
Ρατσισμός
Επίλογος
Όλοι μας, κατά βάθος, φοβόμαστε το οτιδήποτε ξένο και άγνωστο. Ερχόμαστε άξαφνα σε έναν άγνωστο κόσμο, εγκαταλείποντας το ασφαλές περιβάλλον του μητρικού σώματος όπου επικρατεί μια αρμονία ανάμεσα σε εσωτερικό και εξωτερικό κόσμο. Παρόλο που εξελίσσουμε μια περιέργεια, ενδιαφέρον και δίψα για νέα γνώση, που θα συμβάλλουν στην ανακάλυψη αυτού του αρχικά άγνωστου κόσμου γύρω μας, υπάρχει πάντα κάποιος δισταγμός -αν όχι φόβος- στη συνάντησή μας με αυτό το άγνωστο και ξένο.
Υπάρχει μια ευρέως διαδεδομένη αντίληψη πως η ξενοφοβία είναι, κυρίως, ένα κοινωνικό πρόβλημα. Ένας σημαντικός λόγος για αυτό είναι, ίσως, το ότι η αναζήτηση ψυχολογικών ερμηνειών του φαινομένου είναι, αφενός, πιο πολύπλοκη διαδικασία και, αφετέρου, δεν οδηγεί σε πιο απλές και συγκεκριμένες λύσεις που όλοι θα επιθυμούσαμε. Θα πρέπει, όμως, να έχουμε υπόψη πως οι «σκοτεινές πλευρές» του ψυχισμού μας καραδοκούν και, αν δεν ληφθούν και αυτές υπόψη, η αντιμετώπιση των όποιων κοινωνικών παραγόντων, από μόνη της, δεν επαρκεί για την αποτροπή φαινομένων όπως ο ρατσισμός και η ξενοφοβία.
Κάποτε, στο εξωτερικό, όταν κλήθηκα για να συζητήσω σε μια τάξη παιδιών γυμνασίου, ηλικίας 15-16 ετών, για το θέμα της μετανάστευσης, τέθηκε κάποια στιγμή το ερώτημα: «Ποια είναι η γνώμη σας για τους μετανάστες;». Η απάντηση, σχεδόν από το σύνολο των παιδιών, ήταν: «Να γυρίσουν στη χώρα τους!». Όταν ρωτήθηκαν: «Δηλαδή και ο Γιάννης, ο Άχμαντ, η Νίκη, η Αϊσε και η Πίργιο;» η απάντησή τους ήταν: «Όχι αυτοί! Αυτοί είναι καλοί!».
Οι συμμαθητές τους -αν και αυτοί μεταναστόπουλα- ήταν καλοί γιατί τους γνώριζαν…
Σάββας Ν. Σαλπιστής, Ph.D., Κλινικός Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπευτής
Κλινικός Ψυχολόγος Πανεπιστημίου Στοκχόλμης
Διπλωματούχος Ψυχοθεραπευτής
Βασιλικού Ιατροχειρουργικού Ινστιτούτου Karolinska Στοκχόλμης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου