Σάββατο, 12 Μαρτίου 2016

Άνθρωποι που ήρθαν για να φύγουν


Αφίξεις, αναχωρήσεις. Αφίξεις ανθρώπων με χρονοδιάγραμμα. Αφίξεις ανθρώπων που έφτασαν σε ‘σένα, ήρθαν για μια τζούρα κι έφυγαν πάλι. Προχώρησαν σε εκείνο το κτήριο με την ταμπέλα που γράφει «Αναχωρήσεις», με κεφαλαία, να το βλέπεις, να το αποτυπώσει το κεφάλι σου. Να ξέρεις ότι και να ξανάρθουν δε θα είναι επειδή τους έλειψες εσύ, αλλά επειδή δεν τους χώραγε ο τόπος και ζητούσαν αλλαγή.
Αφίξεις, αναχωρήσεις. Αναχωρήσεις που ήξερες ότι θα γίνουν, μία από εκείνες τις ώρες που ο ήλιος έχει αρχίσει να ανατέλλει, αλλά τα φώτα της πόλης δεν έχουν σβήσει ακόμη. Ίσα-ίσα για να φανεί πιο τρανταχτός ο πηγαιμός. Να καταλάβεις το φευγιό του άλλου όταν θα έχει γίνει ολοκληρωτικό. Να έχουν σβήσει τα φώτα, να έχει φύγει κι εκείνος.
Και τι παραπάνω ζήτησες, αλήθεια; Μια βόλτα. Έναν περίπατο, βρε αδερφέ! Να δεις εκείνον τον άνθρωπο άλλη μία, όχι επειδή ζητάς επαφή, όχι επειδή θες τα αποτυπώματά του πάνω σου. Επειδή ζητάς επικοινωνία. Να μιλάς, να βγαίνει το μέσα σου και να βλέπεις ότι δεν πάει στράφι. Να βλέπεις ενδιαφέρον, αναγνώριση, κατανόηση.
Αξημέρωτες νύχτες με φώτα αναμμένα και μάτια ξάστερα. Αξημέρωτες νύχτες με συζητήσεις και γέλια και ματιές. Συζητήσεις από ‘κείνες που ο άλλος σου αφήνεται να τον ξεφυλλίσεις, να μάθεις τα πάντα, κάθε του σελίδα. Γέλια που καταλήγουν σε πονόκοιλους. Ματιές που μπορεί να μην υπόσχονται κόσμους, αλλά εαυτούς. Κι όταν πλέον το παραλήρημα θα έχει φύγει μαζί με εκείνον που το δημιούργησε και δε θα ξέρεις αν θα γυρίσει ποτέ του, να έχεις στα χέρια σου την ύπαρξή του ολόκληρη.
Να λες κι εσύ ότι κέρδισες κάτι. Κάτι παραπάνω από μια σχέση με ημερομηνία λήξης. Να λες ότι κέρδισες ψυχή, έστω κι αν ήταν μόνο για αυτόν τον προγραμματισμένο χρόνο. Να λες ότι αυτός ο άνθρωπος σε γέμισε για λίγο κι έφυγε πριν προλάβει να το παρακάνει.
Είχε βλέπεις εκείνο το χαρτί στο χέρι του καθ’ όλη τη διαμονή του. Εκείνο το εισιτήριο επιστροφής, σαν να σου ‘λεγε «Θα φύγω γρήγορα, μη με συνηθίσεις». Και τι να συνηθίσεις, αλήθεια; Τι να σου λείψει; Η παρουσία τις ώρες που ο υπόλοιπος κόσμος δήλωνε απών; Η επικοινωνία τις ώρες που είχες ανάγκη να μιλήσεις; Ο άνθρωπος που θα μπορούσες να φωνάζεις άνθρωπό σου, αν δεν είχε το γυρισμό του προγραμματισμένο; Μάλλον όλα, μείων τα ερωτηματικά.
Αλλά να που οι αναχωρήσεις είναι τελικά αναπόφευκτες. Χωρίς ιδιαίτερες συγκινήσεις. Με μια αγκαλιά και ένα σνιφάρισμα της μυρωδιάς του άλλου, ίσα-ίσα για να έχεις να θυμάσαι. Να μην ξεχάσεις, ρε άνθρωπε, ότι για λίγο δεν υπήρχαν δύο μυρωδιές, αλλά μία. Εκείνη και των δυο μαζί.
Αποχαιρετισμοί που φέρνουν σκέψεις. Ότι μάλλον αποδείχθηκες λίγος. Για φαντάσου. Εσύ που τόσο καιρό ήσουν το «πολύ», τώρα έφτασες να είσαι «ίσως». Να είσαι μια αμφιβολία, χωρίς ιδιαίτερες προδιαγραφές. Να λέει εκείνος ο άνθρωπος ότι ήσουν κι εσύ μία από τις πολλές αφίξεις που έφτασαν στην ώρα τους αλλά έφυγαν νωρίτερα. Έστω κι αν κουβάλησες μαζί σου πράγματα για μια ζωή.
Αφίξεις, αναχωρήσεις. Αφίξεις ανθρώπων με μεγάλα ρολόγια, προγραμματισμένα να χτυπήσουν όταν η διαμονή τους θα έχει κάνει τον κύκλο της. Ώρα άφιξης: ενθουσιασμός. Ώρα αναχώρησης: απογοήτευση. Και στο ενδιάμεσο βγαίνει το συμπέρασμα. Εκείνο το «πολύ» ή εκείνο το «ίσως».
Αέναοι κύκλοι. Άνθρωπος φεύγει, άνθρωπος έρχεται. Μπορεί να έρθει πάλι εκείνος, ο περίπου άνθρωπός σου. Κι αυτή τη φορά να μην έχει κλείσει επιστροφή. Αυτή τη φορά να έχει έρθει για να μείνει. Μπορεί όχι στη ζωή σου. Μπορεί να μπούχτισε από ‘σένα και γι’ αυτό να έφυγε εξαρχής. Μπορεί απλά να έχει έρθει για εκείνον. Να θυμηθεί, να αναζητήσει.
Αλλά θα ξέρει ότι κάποιος θα του το θυμίσει εκείνο το «μαζί». Κάπου θα το μυρίσει, κάπου θα το δει. Και τότε θα νιώσει εκείνος ο λίγος που σε άφησε πίσω για να μην του γίνεις βάρος. Θα νιώσει λίγος που προτίμησε να πάει μόνος του πιο γρήγορα, παρά μαζί σου πιο μακριά.

Επιμέλεια Κειμένου Μαριάννας Συμεωνίδη: Πωλίνα Πανέρη


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου