Παρασκευή, 10 Ιουνίου 2016

Η ψυχολογική προστασία των παιδιών μετά το διαζύγιο

paidiΓράφει η Ψυχολόγος Ολυμπιάννα Λαζανά
Διαζύγιο…Η λέξη μας φέρνει συνήθως στο νου δυσάρεστες εικόνες: Δύο πρώην συζύγους που κουβαλάνε στη «βαλίτσα» τους μεγάλο και δύσκολο συναισθηματικό φορτίο, ένα ή περισσότερα παιδιά που βιώνουν την εγκατάλειψη από τον γονέα που φεύγει από το σπίτι και ταλανίζονται με απορίες και ερωτήματα που μένουν συχνά ανεπίλυτα.
Υπάρχουν όμως και θετικά σημεία: Σε ένα δυσλειτουργικό οικογενειακό σύστημα που χαρακτηρίζεται από εντάσεις και  συγκρούσεις το διαζύγιο επαναφέρει την ηρεμία και την ισορροπία στα μέλη του. Το διαζύγιο διδάσκει επίσης στα παιδιά υγιείς τρόπους διαχείρισης δύσκολων καταστάσεων, είναι ένα μάθημα ζωής. Ένα διαζύγιο μπορεί να είναι, άρα, τόσο αξιοπρεπές όσο ακριβώς και ένας γάμος!
Στην περίπτωση λοιπόν που τελικά οι γονείς χωρίζουν, είναι ανάγκη να διαφυλάξουν το παιδί τους, να του δηλώσουν από κοινού, σε όποια ηλικία κι αν βρίσκεται, το εξής: «Δεν μετανιώνουμε που γεννήθηκες». Με τον τρόπο αυτό «ξεριζώνουν» την όποια πιθανή ενοχή, φόβο ή ανασφάλειά του σε σχέση με την ευθύνη του για τον χωρισμό των γονιών του. Φυσικά είναι απαραίτητο να εξηγήσουν, αναλόγως της ηλικίας του παιδιού (ή των παιδιών), τους λόγους για τους οποίους δεν θα μένουν πια μαζί και να το προετοιμάσουν ψυχολογικά και πρακτικά για τις αλλαγές που θα έρθουν στη ζωή όλων των μελών της οικογένειας.
Ένα από τα καίρια ζητήματα που έρχονται στο προσκήνιο, αφού οι γονείς χωρίσουν επίσημα, είναι εκείνο της «κηδεμονίας» του παιδιού. Συνηθίζεται (με δικαστική απόφαση) να μένουν τα παιδιά με την μητέρα τους, εφόσον αυτή κρίνεται φυσικά κατάλληλη, και να παραχωρείται δικαίωμα επίσκεψης στον πατέρα κάποια σαββατοκύριακα ή και κάποιες μέρες το μήνα. Σύμφωνα με τη γαλλίδα ψυχαναλύτρια Φρανσουάζ Ντολτό πρέπει να μιλάμε κανονικά για «καθήκον» και όχι για «δικαίωμα» επίσκεψης του γονέα. Κι αυτή η τοποθέτηση έχει μεγάλη αξία, αν σκεφτούμε πώς το «δικαίωμα» παρερμηνεύεται συχνά και από τις δυο πλευρές. Μπορεί δηλαδή η μητέρα, για τους δικούς της λόγους (εκδίκηση, θυμός..), να μην επιτρέπει στον πατέρα να επισκέπτεται ή να έχει κάποιου είδους επικοινωνία με το παιδί. Αντίστοιχα και ο πατέρας, σε περίπτωση που έχει την κηδεμονία του παιδιού, μπορεί να «απαγορεύει» στη μητέρα να έχει επικοινωνία με το παιδί. Εδώ είναι πρωτίστης σημασίας να χειριστούν οι γονείς τα δικά τους ζητήματα και συναισθήματα και να μην χρησιμοποιούν το παιδί ως ένα διαπραγματευτικό χαρτί, αν μπορούμε να το θέσουμε έτσι, στο μεταξύ τους πεδίο αντιπαράθεσης.
Για την ψυχική υγεία του παιδιού, είναι απαραίτητη η επαφή και η επικοινωνία και με τους δύο γονείς, δηλαδή τόσο με τον γονέα που έχει αναλάβει την επιμέλεια του παιδιού όσο και με εκείνον που έχει οριστεί να το επισκέπτεται. Δύο πολύ βασικά ζητήματα προκύπτουν από αυτήν την συνθήκη.
Το πρώτο ζήτημα είναι ότι συχνά ο γονέας  που έχει οριστεί από το νόμο να επισκέπτεται το παιδί δεν έρχεται την προγραμματισμένη ώρα και μέρα.
Έτσι το παιδί έρχεται αντιμέτωπο με πολύ δύσκολα συναισθήματα. Πόνος και εγκατάλειψη, τραυματίζουν ήδη το παιδί και του δημιουργούν συναισθηματικά «βαρίδια» που θα είναι παρόντα και στην ενήλικη ζωή του. Η επιβαρυντική αυτή κατάσταση μπορεί να «απαλυνθεί» σημαντικά αν:
α) ο γονιός που μένει μόνιμα με το παιδί του εξηγήσει με λόγια τους αληθινούς λόγους απουσίας του άλλου γονέα χωρίς να τον κατηγορεί (πχ. Ξέρω ότι είσαι θυμωμένος που δεν ήρθε σήμερα ο πατέρας σου αλλά έφυγε σε ξαφνικό ταξίδι και θα έρθει μεθαύριο να σε δει)
β) αν ο γονιός που λείπει ενημερώσει έγκαιρα το παιδί για την απουσία του και επιδιώξει να το συναντήσει άμεσα
γ) αν το παιδί ενθαρρύνεται να εκτονώνει τα συναισθήματα σε σχέση με την απουσία του γονέα, είτε μέσα από συζητήσεις με κοντινά του πρόσωπα είτε μέσα από ένα γράμμα σε εκείνον.
Γεγονός πάντως είναι πώς το παιδί από την νηπιακή ηλικία ως και την εφηβική έχει ανάγκη από σταθερή σχέση εμπιστοσύνης, οικειότητας, επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης και με τους δύο γονείς, και προς αυτήν την κατεύθυνση (την δόμηση δηλαδή μιας καλής σχέσης) θα πρέπει να κινούνται και οι δύο γονείς από κοινού, αλλά και ο καθένας ατομικά, με το παιδί τους. Ας μην ξεχνάμε πως το διαζύγιο σημαίνει μόνο τέλος της συζυγικής σχέσης και όχι παραίτηση από τις γονικές ευθύνες!
Το δεύτερο ζήτημα είναι ότι αρκετές φορές τα παιδιά αντιδρούν με ψυχοσωματικά συμπτώματα (πονοκέφαλοι, ζαλάδες, εμετοί) μπροστά στο ενδεχόμενο να δουν-επισκεφτούν τον γονέα με τον οποίο πλέον δεν μένουν.
Τα συμπτώματα αυτά λαθεμένα, πολλές φορές, μεταφράζονται από τις μητέρες (εφόσον αυτές έχουν την κηδεμονία) ως άρνηση του παιδιού να δουν τον γονέα του άλλου φύλου. Στην πραγματικότητα, ακριβώς επειδή το παιδί δεν έχει συνηθίσει τον άλλο γονέα και είναι συναισθηματικά φορτισμένο – συγκινημένο, αντιδρά σωματικά. Ο «εμετός», λόγου χάρη, είναι ένας συμβολικός τρόπος να αδειάσει το περιεχόμενο του στομάχου του, περιεχόμενο που ασυνείδητα συνδέεται με τη «μαμά» ώστε να μπορεί να καταπιεί τον «μπαμπά», έναν άλλο δηλαδή, που δεν πρέπει να μπερδευτεί μέσα του με τον γονέα που έχει «συνηθίσει» (Ντολτό, 2013).
Με άλλα λόγια, τα ψυχοσωματικά συμπτώματα ισοδυναμούν με την έκφραση της «εσωτερικής πάλης» του παιδιού. Το σώμα λέει ότι το στόμα δε μπορεί, όπως πολύ συχνά συμβαίνει και με τους ενήλικες. Αν βέβαια ένα παιδί βασανίζεται από τέτοιου είδους σωματικές εκδηλώσεις, είναι φρόνιμο να βλέπει τον άλλο γονέα σε μαζεμένα χρονικά διαστήματα (πχ. μια ολόκληρη εβδομάδα αντί για δύο σαββατοκύριακα το μήνα).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου