Σελίδες

Κυριακή 7 Σεπτεμβρίου 2014

"Σχολική φοβία"



Του Γιάννη Σαλονικίδη, δασκάλου του 11ου Δημοτικού Σχολείου Ευόσμου



Παιδιά που αρνούνται να πάνε στο σχολείο

Λίγο μετά την έναρξη της σχολικής χρονιάς, κάθε χρόνο, ένα σημαντικό ποσοστό παιδιών αρνείται να πάει σχολείο, είτε για πρώτη φορά (νήπια, πρώτη τάξη) είτε για να συνεχίσει στο σχολείο στο οποίο ήδη απ’ την περασμένη χρονιά είχε παρακολουθήσει μαθήματα. Διάφοροι πραγματικοί και αποδεκτοί λόγοι υποχρεώνουν αρκετά παιδιά να μην μπορούν να πάνε κανονικά στο σχολείο. Ανάμεσα σε αυτά τα παιδιά αυτά υπάρχει κι ένα ποσοστό των οποίων η άρνηση αυτή συνδέεται με ποικίλα ψυχολογικά προβλήματα. Τα παιδιά αυτά δεν μπορούν να προσαρμοστούν στο σχολικό περιβάλλον και αρνούνται επίμονα να πάνε στο σχολείο.
Τέτοιες αρνήσεις δημιουργούν εύλογα προβληματισμό και απορίες τόσο στους εκπαιδευτικούς όσο και στους γονείς που βρίσκονται αντιμέτωποι με την απροσδόκητη αντίδραση των παιδιών αυτών. Όλοι μας θεωρούμε φυσιολογικό και δεδομένο ότι το παιδί το πρωί θα σηκωθεί, θα ετοιμαστεί και θα πάει στο σχολείο. Έτσι όταν συμβεί, το παιδί να αρνείται να πάει στο σχολείο και μάλιστα να παραμένει κατηγορηματικό και αμετακίνητο στη θέση του αυτή, νιώθουμε αδύναμοι και στεκόμαστε σκεπτικοί μπροστά στο πρόβλημα. Επιπλέον, καθώς διαπιστώνουμε ότι οι οποιεσδήποτε απειλές, παρακλήσεις ή υποσχέσεις αποδεικνύονται μάταιες, ο σκεπτικισμός μετατρέπεται σε αγωνία και πανικό.
Φυσικά είναι πολλές οι περιπτώσεις παιδιών που σε κάποια στιγμή της σχολικής τους ζωής δείχνουν κάποια περιστασιακή απροθυμία να πάνε στο σχολείο, χωρίς όμως τελικά να δημιουργηθεί πρόβλημα. Μέχρι και το 80% των κανονικών παιδιών παρουσιάζουν δυσκολίες στην προσαρμογή τους στο περιβάλλον του σχολείου, μολονότι τα ίδια υποστηρίζουν ότι «τους αρέσει το σχολείο» ή ότι «δεν τα πειράζει που πηγαίνουν στο σχολείο» [1].
Στις περιπτώσεις αυτές οι γονείς πρέπει να δείξουν κατανόηση και υπομονή. Αν το παιδί τους δηλώνει ότι δεν αισθάνεται καλά, γι’ αυτό και δεν θέλει να πάει στο σχολείο, δεν έχουν παρά να ελέγξουν αν λέει την αλήθεια. Αν τους λέει ψέματα, μπορούν μέσα από την συζήτηση και απ’ όσα ξέρουν για την προσωπικότητα του παιδιού τους να διερευνήσουν τους λόγους που κάνουν το παιδί τους να μη θέλει να πάει σχολείο. Μ’ αυτό τον τρόπο πιθανόν να ανακαλύψουν κάποιους φόβους του παιδιού ή κάποια υπερευαισθησία που εύκολα μπορεί να ξεπεραστεί με την ενθάρρυνση του παιδιού από τους ίδιους ή από τον δάσκαλο.

Αντιδράσεις των σχολειοφοβικών παιδιών
Πώς όμως μπορούν οι γονείς να διαπιστώσουν ότι το παιδί τους έχει πράγματι σοβαρά ψυχολογικά προβλήματα σχετικά με τη φοίτηση στο σχολείο; Οι γονείς θα πρέπει προηγουμένως να έχουν προσπαθήσει, για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, να πείσουν το παιδί τους να πάει στο σχολείο, χωρίς όμως θετικό αποτέλεσμα. Επιπλέον, το παιδί θα πρέπει να υποφέρει από άγχος σε σχέση με πολλά άλλα ζητήματα. Όπως να νιώθει άγχος για την υγεία της μητέρας του, άγχος για τον «παλικαρά» συμμαθητή που απειλεί να το δείρει, άγχος για το νευρικό δάσκαλο που του φωνάζει συνέχεια ή που πολύ συχνά το ειρωνεύεται, άγχος για την επίδοσή του στα μαθήματα κλπ. Πρέπει να βεβαιωθούμε ότι οι φόβοι αυτοί δεν καταπραΰνονται όσο και αν προσπαθήσουμε. Επίσης, το παιδί πρέπει να παρουσιάζει περιοδικώς επαναλαμβανόμενα οργανικά συμπτώματα, τα οποία εξαφανίζονται συνήθως, όταν το παιδί δεν έχει σχολείο (Σαββατοκύριακα, αργίες, διακοπές) ή αμέσως μόλις οι γονείς συμφωνήσουν, έστω και διστακτικά, να παραμείνει στο σπίτι. Η παραπάνω περιγραφή δίνει την εικόνα ενός σχολειοφοβικού παιδιού. Το παιδί αυτό βιώνει το ψυχικό και σωματικό μαρτύριο μιας αγχώδους κρίσης και το μαρτύριο αυτό είναι πραγματικό, άσχετα αν οι γονείς πιστεύουν ότι οι φόβοι του δεν ευσταθούν. Στην πραγματικότητα το παιδί αυτό δεν μπορεί να πάει σχολείο εξαιτίας ενός υπερβολικά έντονου φόβου που νιώθει για το σχολείο. Η αιτία για το φόβο αυτό δεν είναι τόσο για το μέρος αλλά κάτι πολύ σοβαρότερο και θεμελιακό.
Σήμερα συνειδητοποιούμε ότι η επίμονη άρνηση του παιδιού να πάει στο σχολείο είναι μια πραγματική ψυχολογική διαταραχή και όχι πρόβλημα ηθικής τάξης ή πειθαρχίας εκ μέρους του παιδιού, μια που είναι  ολοφάνερο πως προσποιείται ότι είναι άρρωστο. Μερικά παιδιά που αρνούνται να πάνε στο σχολείο μπορεί κατά βάθος να θέλουν πάρα πολύ να πάνε, αλλά απλώς να μην μπορούν να το κάνουν στην πράξη.

Η σχολική φοβία

Έχουμε λοιπόν να κάνουμε με την περίπτωση της σχολικής φοβίας. Αυτήν μπορούμε να την ορίσουμε ως ένα έντονο ψυχικό άγχος, που έχει ως σημείο αναφοράς την παραμονή του παιδιού στο σχολικό περιβάλλον.[2] Πρόκειται για διαγνωστικό όρο που έχουν επινοήσει οι παιδοψυχίατροι και οι παιδοψυχολόγοι προκειμένου να περιγράψουν τον έντονο και παράλογο φόβο που νιώθουν κάποια παιδιά σχετικά με κάποιες πτυχές της σχολικής τους ζωής.
Οπωσδήποτε είναι πολλές οι καταστάσεις της σχολικής ζωής που μπορούν να προκαλέσουν δικαιολογημένο φόβο στα παιδιά. Τέτοιες πηγές άγχους είναι: οι καθημερινές ρουτίνες του σχολείου, το άγχος των εξετάσεων, η αποτυχία στα μαθήματα, οι κακές σχέσεις με τον δάσκαλο και τους συμμαθητές, οι υπερβολικές πιέσεις και προσδοκίες των γονιών, οι μαθησιακές δυσκολίες κ.ά. Σε μια έρευνα που έγινε σε 11χρονους μαθητές στις Η.Π.Α. διαπιστώθηκε ότι τα παιδιά έχουν άγχος και ανησυχούν, κατά σειρά συχνότητας, για τα παρακάτω ζητήματα στο σχολείο: 

1.    Μήπως αποτύχουν σε κάποιο διαγώνισμα
2.    Μήπως δε φτάσουν στο σχολείο εγκαίρως
3.    Μήπως κάνουν ορθογραφικά λάθη
4.    Μήπως τα καλέσει ο δάσκαλος να απαντήσουν σε ερωτήσεις που δεν γνωρίζουν την απάντησή τους
5.    Μήπως κάνουν λάθη στην ανάγνωση
6.    Μήπως πάρουν κακό έλεγχο προόδου
7.    Μήπως τα επιπλήξει ο δάσκαλος
8.    Μήπως είναι από τους τελευταίους μαθητές στην τάξη
9.    Μήπως δεν τα καταφέρουν στα μαθηματικά και την ζωγραφική.

Αυτό όμως που χαρακτηρίζει τις «αντιδράσεις φοβίας» είναι ότι η έντασή τους είναι δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με την πραγματική «αγχογόνο» κατάσταση. Τα περισσότερα παιδιά κατορθώνουν να ξεπεράσουν τις παραπάνω δυσκολίες, χωρίς να φτάσουν να αρνούνται επίμονα να πάνε στο σχολείο. Τα σχολειοφοβικά όμως παιδιά μπορεί στην πραγματικότητα να μη φοβούνται τίποτε από τα παραπάνω. Σε πολλές περιπτώσεις είναι ο φόβος να αποχωριστούν τη μητέρα τους περισσότερο και όχι ότι υπάρχει κάτι στο σχολείο που τα ενοχλεί.
Η σχολική φοβία μπορεί να εκδηλωθεί σε οποιοδήποτε σημείο της σχολικής φοίτησης, φαίνεται όμως να  είναι συχνότερη στη Β΄ τάξη του δημοτικού. Έρευνες έχουν δείξει ότι μπορεί να φτάσει ως και το 8% του μαθητικού πληθυσμού και ότι είναι συχνότερη στα κορίτσια.[4] Πριν εκδηλωθεί η σχολική φοβία, προηγούνται συνήθως κάποια γεγονότα: αλλαγή σχολείου, αρρώστια ή θάνατος του ενός γονέα, οικογενειακά ή συζυγικά προβλήματα, ασθένεια, ατύχημα ή εγχείριση του ίδιου του παιδιού που το αναγκάζει να νοσηλευθεί σε νοσοκομείο ή να μείνει στο σπίτι κλπ.
Στη συνέχεια εκδηλώνεται η σχολική φοβία με τους παρακάτω τρόπους: το παιδί δείχνει απροθυμία ή διστακτικότητα να πάει στο σχολείο· άλλοτε αρνείται να πάει στο σχολείο κατηγορηματικά· άλλοτε παρουσιάζει συμπτώματα αντικοινωνικής συμπεριφοράς, όπως επιθετικότητα, υπερκινητικότητα, ιδιοτροπίες στο φαγητό ή και άρνηση να φάει·  άλλοτε παρουσιάζει ψυχοσωματικές διαταραχές, όπως πονόκοιλους, εμετούς, πονοκεφάλους, διάρροια, ενούρηση, εφιάλτες σχετικά με το σχολείο κλπ. Αν ερωτηθούν τέτοια παιδιά γιατί δεν θέλουν να πάνε στο σχολείο, τότε συνήθως αναφέρουν ότι φοβούνται μήπως πάθει κανένα κακό η μητέρα τους όσο αυτά λείπουν στο σχολείο. Άλλες φορές πάλι μπορεί να προβάλλουν και διάφορες αιτιάσεις κατά του σχολείου. Π.χ. Ο δάσκαλος δεν είναι καλός, είναι αυστηρός ή είναι άδικος, τα μαθήματα είναι βαρετά ή δύσκολα, οι συμμαθητές τα περιφρονούν, τα απειλούν, τα δέρνουν κλπ. Σημαντικός φαίνεται να είναι και ο φόβος της γελοιοποίησης ή της αποτυχίας στα μαθήματα.  Τέτοιοι φόβοι μπορεί να είναι αντικειμενικά αβάσιμοι, για το παιδί όμως είναι πέρα για πέρα αληθινοί.
Πάντως δεν πρέπει να συγχέονται οι φόβοι αυτοί με τις πρώτες αρνητικές αντιδράσεις που εκδηλώνει το παιδί όταν πρωτοπηγαίνει στο σχολείο. Εκεί το παιδί δείχνει έναν ενστικτώδη φόβο μπροστά στο άγνωστο περιβάλλον που καλείται να αντιμετωπίσει. Αυτές οι αντιδράσεις είναι φυσιολογικές και συνήθως υποχωρούν. Επίσης δεν πρέπει να γίνεται σύγχυση με τους πραγματικούς φόβους που εκδηλώνει το παιδί για το σχολείο, όπως π.χ. το φόβο για κάποιο συγκεκριμένο μάθημα ή κάποιον συμμαθητή που απειλεί να τα δείρει κλπ., γιατί η σχολική φοβία είναι ένα είδος ψυχονεύρωσης που χαρακτηρίζεται από έντονο ψυχικό άγχος, το οποίο δεν δικαιολογείται από τα πράγματα. Ούτε έχουν σχέση οι σχολειοφοβικοί μαθητές με τους μαθητές που φεύγουν ενσυνείδητα από το σχολείο για να κάνουν κάτι πιο διασκεδαστικό (σκασιαρχείο). Ανάμεσα στον σκασιάρχη και τον σχολειοφοβικό μαθητή υπάρχουν διαφορές στην προσωπικότητα, στην κοινωνική και οικογενειακή κατάσταση και στην επίδοση στο σχολείο, διαφορές που δικαιολογούν την αντιμετώπιση των δύο αυτών κατηγοριών παιδιών, ως παιδιών με εντελώς διαφορετικά ψυχολογικά προβλήματα. Εξάλλου τα παιδιά με σχολική φοβία μένουν στο σπίτι με την συγκατάθεση των γονιών τους. Η σχολική φοβία είναι μια βαθύτερη ψυχική διαταραχή που στην ηλικία αυτή εκδηλώνεται ως απέχθεια προς το σχολείο. Σ’ άλλες ηλικίες αργότερα μπορεί να εκδηλωθεί ως φυγή από τις επαγγελματικές και άλλες υποχρεώσεις και δεσμεύσεις.

Αιτίες που προκαλούν την σχολική φοβία

Υπάρχουν πολλές αιτίες που μπορούν να κάνουν ένα παιδί ευάλωτο, που το καθιστούν ανίκανο να αντιμετωπίσει αγχογόνες καταστάσεις. Έρευνες έχουν δείξει ότι τα παιδιά που συχνά απουσιάζουν από το σχολείο είναι νευρωτικά, ότι ένα μεγάλο ποσοστό απ’ αυτά είναι δειλά, φοβισμένα και συνεσταλμένα έξω από το σπίτι. Η πλειοψηφία των παιδιών αυτών παρουσιάζει εντελώς αντίθετη συμπεριφορά όταν βρίσκονται στο σπίτι με τους δικούς τους. Τότε εμφανίζονται πεισματάρικα και απαιτητικά και φτάνουν μέχρι το σημείο να καταδυναστεύουν τους γονείς του με την διεκδικητικότητα και την ισχυρογνωμοσύνη τους. Γενικώς τα παιδιά που αρνούνται να πάνε στο σχολείο έχουν έντονο άγχος επειδή πιστεύουν ότι δεν θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν με επιτυχία τις διάφορες καταστάσεις έξω από το σπίτι. Αν πάνε τελικά στο σχολείο, συμπεριφέρονται καλά, συμμορφώνονται και εργάζονται σκληρά (άλλα έχοντας υψηλές επιδόσεις, ενώ άλλα αποτυγχάνουν), όλα όμως παρουσιάζουν κατά κανόνα προβλήματα κοινωνικής δυσπροσαρμογής.
Τέτοιες καταστάσεις που προκαλούν εντάσεις ή είναι αγχογόνες παρουσιάζονται συχνά στη σχολική ζωή και είναι ικανές να προκαλέσουν προβλήματα στο παιδί. Ένα φυσικό ελάττωμα (φανταστικό ή πραγματικό) μπορεί να είναι αφάνταστη πηγή άγχους για ένα υπερευαίσθητο παιδί. Το ντροπαλό ή μοναχικό παιδί γίνεται εύκολα θύμα των παλικαρισμών ή της περιφρονητικής απόρριψης των συμμαθητών του. Όλοι οι εκπαιδευτικοί γνωρίζουν μερικές περιπτώσεις παιδιών για τα οποία ακόμη και οι εντελώς ασήμαντες πλευρές της σχολικής ζωής αντιπροσωπεύουν δυσβάστακτο φορτίο και αφόρητο άγχος. Σε αρκετές περιπτώσεις τα προβλήματα μπορεί να είναι στο σπίτι. Το παιδί μπορεί να μη νιώθει καθόλου σίγουρο να αφήσει τη μητέρα του που είναι άρρωστη ή που υποφέρει η ίδια από κάποια ψυχολογική κρίση – ένα συζυγικό πρόβλημα – το οποίο είναι γνωστό στο παιδί. Επίσης, το παιδί μπορεί να νιώθει ανασφάλεια, αν κάτι αλλάξει στις σχέσεις του με τη μητέρα του.

Μια άλλη σημαντική αιτία της σχολικής φοβίας είναι η οξεία εκδήλωση ενός μόνιμου άγχους αποχωρισμού.  Όπως είναι γνωστό [5] το παιδί πολύ νωρίς στη ζωή του προσκολλείται στο πρόσωπο της μητέρας του και έτσι δημιουργείται μια στενή και έντονη συναισθηματική σύνδεση μεταξύ της μητέρας και του παιδιού. Οι πρώτες συνέπειες της σχέσης αυτής είναι το άγχος του παιδιού προς τα άγνωστα πρόσωπα που εμφανίζεται γύρω στον 7ο μήνα και το άγχος του αποχωρισμού που εμφανίζεται κατά τον 12ο μήνα και χάνεται γύρω στον 18ο μήνα. Στις οικογένειες όμως που η μητέρα είναι υπερπροστατευτική και δεσμευτική το παιδί δεν ενθαρρύνεται να αποκτήσει αυτονομία και πρωτοβουλία και γίνεται εξαρτημένο. Σε μια τέτοια σχέση το άγχος του αποχωρισμού, αντί να ατονήσει μετά τον 18ο μήνα και να εξαφανιστεί, μονιμοποιείται και επαυξάνεται. Η φοίτηση στο σχολείο είναι μια απειλή στη σχέση αυτή και έτσι αποτελεί τόσο για το παιδί όσο και για τη μητέρα πηγή έντονου άγχους και ανασφάλειας [6].

Επιπρόσθετα, όταν συνυπάρχει, έστω και σε λανθάνουσα κατάσταση, κάποιος νευρωτισμός στη δομή της προσωπικότητας και στην ψυχοσυναισθηματική οντότητα της μητέρας, τότε το άγχος αποχωρισμού γίνεται ακόμη πιο έντονο για τη μητέρα. Και γίνεται πιο έντονο μια που καλείται η μητέρα, ξαφνικά, να ανακαλύψει και να αναπτύξει νέες δραστηριότητες για να καλυφθεί το κενό των ωρών που το παιδί, ιδιαίτερα όταν έχουμε περιπτώσεις που η μητέρα δεν εργάζεται και το παιδί είναι μοναχοπαίδι, απασχολείται στο σχολείο του. Μια μητέρα που βιώνει μια τέτοια σχέση κρατάει το παιδί ψυχικά δέσμιο· η ίδια «δεν το αφήνει» να πάει στο σχολείο και ενδόμυχα «χαίρεται», όταν κάτι συμβεί και το παιδί μείνει τελικά στο σπίτι (ξαφνική αδιαθεσία, κακοκαιρία, πρωινή αργοπορία κλπ) και είναι έτοιμη να πλειοδοτήσει προς αυτή τη λύση. Ανάλογη είναι και η αντίδραση του εξαρτημένου παιδιού. Το άγχος λοιπόν από τον αποχωρισμό μετατοπίζεται απ’ την πραγματική του πηγή (την απομάκρυνση από το σπίτι) σε ένα ερέθισμα (το σχολείο), που μέχρι χθες ήταν ουδέτερο. Το συναίσθημα αυτό έχει μεγαλύτερη πιθανότητα να εκδηλωθεί ή να ενταθεί όταν συνυπάρχουν και οι δυσμενείς συνθήκες στο σχολείο που περιγράφονται παραπάνω.

Τρόποι αντιμετώπισης της σχολικής φοβίας
Οι περισσότερες περιπτώσεις των παιδιών που αρνούνται να πάνε στο σχολείο είναι επιδεκτικές θεραπευτικής αγωγής. Πολλοί ειδικοί πιστεύουν ότι η βοήθεια του παιδοψυχολόγου ή του παιδοψυχίατρου είναι απαραίτητη στην αντιμετώπιση της σχολικής φοβίας. Άλλοι πάλι υποστηρίζουν ότι μια κατάλληλα επανδρωμένη σχολική ψυχολογική υπηρεσία [7] είναι αυτή που μπορεί να προσφέρει μια πολύπλευρη και συντονισμένη θεραπευτική αγωγή, που να περιλαμβάνει διορθωτική διδασκαλία και την ενδεδειγμένη ψυχοθεραπεία και συμβουλευτική.
Πάντως πρώτα οι γονείς και οι διδάσκοντες θα πρέπει να προσπαθήσουν να εντοπίσουν τα βαθύτερα αίτια που οδηγούν το παιδί στην άρνηση φοίτησης στο σχολείο. Πρέπει να προσεγγίσουν το παιδί προσεκτικά, δείχνοντας κατανόηση και υπομονή. Αν τελικά δεν καταφέρουν να πείσουν το παιδί να πάει στο σχολείο, οι πληροφορίες που θα συγκεντρωθούν απ’ αυτή την πρώτη προσέγγιση μπορούν να αποτελέσουν το απαραίτητο υλικό που θα χρησιμοποιηθεί από τους ειδικούς (παιδοψυχολόγος, παιδοψυχίατρος, κοινωνικός λειτουργός) για τον καθορισμό της θεραπευτικής διαδικασίας που θα πρέπει να ακολουθηθεί. Μπορεί να παρασχεθεί διορθωτική διδασκαλία, εφόσον κριθεί απαραίτητο. Επίσης, μπορεί να γίνει αλλαγή τάξης ή ακόμη και σχολείου. Επιπλέον, μπορεί να εφαρμοστεί κάποιο είδος ατομικής ψυχοθεραπείας.

Πολύ ικανοποιητικά αποτελέσματα φέρνουν οι τεχνικές αποευαισθη-τοποίησης σε ότι αφορά στην εξισορρόπηση ανάμεσα στα προβλήματα που θα δημιουργούσε από τη μια μεριά, ο εξαναγκασμός μιας άμεσης επανεισόδου του παιδιού στο σχολείο και, από την άλλη, μια παρατεταμένη καθυστέρηση. Οι τεχνικές αυτές [8] βασίζονται στην σταδιακή προσέγγιση του σχολείου, με τη βοήθεια των γονέων ή θεραπευτή, αρχίζοντας από καταστάσεις που προκαλούν το λιγότερο άγχος στο παιδί. Π.χ. πρώτα παραμονή του παιδιού έξω από το σχολείο, έπειτα μέσα στην αυλή, μετά έξω από την τάξη και τέλος μέσα στην τάξη, αρχικά με την παρουσία του συνοδού. Αυτή η βαθμιαία επαναφορά πρέπει να στηρίζεται στην εμπιστοσύνη του παιδιού ως προς το πρόσωπο του συνοδού, ώστε να εξουδετερώνεται κάθε φόβος που θα μπορούσε να προκληθεί σε κάποιο στάδιο του θεραπευτικού προγράμματος.

Πάντως σε κάθε περίπτωση η συνεργασία σχολείου και οικογένειας κρίνεται απαραίτητη για την επιτυχή επανείσοδο του παιδιού στο σχολείο. Ο έγκαιρος εντοπισμός του προβλήματος βοηθά στον καλύτερο σχεδιασμό της θεραπευτικής αγωγής, ενώ και τα αποτελέσματα έχουν καλύτερες προοπτικές. Γενικά το πρόβλημα της σχολικής φοβίας στα μικρότερα παιδιά έχει μικρότερη διάρκεια. Στα μεγαλύτερα παιδιά το πρόβλημα μπορεί να είναι πιο ανησυχητικό, αν και η πρόγνωση για την μελλοντική εξέλιξη είναι αισιόδοξη. Μόνο σε πολύ λίγες, εξαιρετικά σοβαρές διαταραχές έχει αποδειχθεί ότι, ανεξάρτητα από τις ψυχοθεραπευτικές προσπάθειες που θα καταβληθούν, το πρόβλημα παραμένει άλυτο.

Όσο νωρίτερα αρχίζει η θεραπεία τόσο καλύτερα και μονιμότερα είναι τα αποτελέσματα και τόσο γρηγορότερα εξαφανίζονται τα συμπτώματα. Η άμεση παρέμβαση και η αναζήτηση βοήθειας απ’ τους ειδικούς είναι μια σωστή ενέργεια, ιδιαίτερα όταν οι γονείς και οι διδάσκοντες δεν γνωρίζουν πώς ακριβώς να αντιμετωπίσουν την κατάσταση. Εξάλλου είναι πολλά τα προβλήματα που δημιουργούνται από την παρατεταμένη απομάκρυνση του παιδιού από το σχολείο: οι γονείς αγχώνονται, το παιδί ταλαιπωρείται, χάνει πολλά μαθήματα, που δύσκολα αναπληρώνονται, ενώ είναι εξαιρετικά παρακινδυνευμένο να βασιστούμε στην πιθανότητα πως τα συμπτώματα θα περάσουν με το πέρασμα του χρόνου. Το πέρασμα του χρόνου βοηθά σε ένα πράγμα μόνο: στην παγίωση της παθολογίας.

 
Γιάννης Σαλονικίδης

[1] Martin Herbert, Ψυχολογικά προβλήματα παιδικής ηλικίας, Ελληνικά Γράμματα, 1997, τόμ. Α΄, σελ. 157
[2] Ι. Παρασκευόπουλος, Εξελικτική Ψυχολογία, Αθήνα 1982, τόμ. Γ΄, σελ. 198
[3] Martin Herbert, Ψυχολογικά προβλήματα παιδικής ηλικίας, τόμ. Α΄, σελ. 159
[4] Ι. Παρασκευόπουλος, Εξελικτική Ψυχολογία, Αθήνα 1982, τόμ. Γ΄, σελ. 198 &
   Μ.  Herbert, Ψυχολογικά προβλήματα παιδικής ηλικίας, τόμ. Α΄,σελ. 160
[5] Ι. Παρασκευόπουλος, Εξελικτική Ψυχολογία, Αθήνα 1982, τόμ. Α΄, σελ. 125 κ.ε.
[6] Ι. Παρασκευόπουλος, Εξελικτική Ψυχολογία, Αθήνα 1982, τόμ. Γ΄, σελ. 200
[7] Ι. Παρασκευόπουλος, Εξελικτική Ψυχολογία, Αθήνα 1982, τόμ. Γ΄, σελ. 202
[8] Μ.  Herbert, Ψυχολογικά προβλήματα παιδικής ηλικίας, τόμ. Α΄, σελ. 162-163
Βιβλιογραφία
§  Α. Αγγελούση-Δήμα– Γ. Δήμας, Ψυχοθεραπευτικές σχέσεις, Θεσσαλονίκη 1998
§  Ι. Παρασκευόπουλος, Εξελικτική Ψυχολογία, Αθήνα 1982
§  Λ. Σταύρου, Εισαγωγή στην Ψυχοπαθολογία, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 1984

§  Martin Herbert, Ψυχολογικά προβλήματα παιδικής ηλικίας, τόμος Α΄, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 1997

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου