Τρίτη, 5 Ιουλίου 2016

Όσα ζόρια στη ζωή δε λύνονται, κόβονται…

Γεννιόμαστε με ένα κλάμα. Είναι που φοβόμαστε και κλαίμε.
Μέσα από την ωμή εμπειρία που αποκαλούμε ζωή, ερχόμαστε βίαια και  ευθαρσώς να αντιμετωπίσουμε από την πρώτη κιόλας στιγμή  τις αισθήσεις μας, τα αισθήματα μας, τον πόνο. Κι ο πόνος είναι που λένε πως μας ψηλώνει.
Κι ο πόνος μας τρομάζει.
Το σώμα μας,  μας τοποθετεί αμέσως στην αδέξια θέση του  να πρέπει να του χωρέσουμε και  του να το κάνουμε να μας χωρέσει. Όλα λειτουργούν ασταμάτητα , εξελίσσονται, αναπτύσσονται, φτάνουν το peak τους και από κει κι έπειτα ξεκινά η πορεία προς τον κατήφορο.
Από το ανώτατο σημείο εξέλιξης και μετά, γνωρίζουμε πως αρχίζει σιγα σιγα ο οργανισμός μας να φθίνει σε επίπεδο απόδοσης (εμείς θα προσπαθήσουμε θεωρητικά να τον διατηρούμε σε ασφαλές επίπεδο αποδοτικότητας) μέχρι να φτάσουμε στο σημείο, που κάποια δυσλειτουργία του , ξαφνική ή χρόνια, ή κάποια απότομη εμπλοκή του, τον αναγκάσει να σταματήσει να λειτουργεί μια και καλή.
Αλλά, ας περάσουμε πιο συγκεκριμένα σε αυτό, που θα μας απασχολήσει εδώ, που δεν είναι άλλο από τον φόβο.
Φόβος είναι  η ενστικτώδης , αγωνιώδης αντίδραση της ουσίας της ύπαρξής μας, απέναντι σε κάτι άγνωστο, ανοίκειο που ενδεχομένως  να νιώσουμε πως την  απειλεί .
Είναι η αγωνία, που θα νιώσουμε για έναν προβληματισμό μας, για κάτι που μας μυρίζει δυσάρεστο.
Ή που θα νομίσουμε πως έτσι, τέλος πάντων.
Αυτή  η αργέχονη ενστικτώδης αντίδραση του ανθρώπου, που ονομάζεται φόβος, έρχεται στις σύγχρονες κοινωνίες να χρησιμοποιηθεί εναντίον του, ως ένα από τα μεγαλύτερα όπλα της μαζικής καταστροφής του.  Κι ας μας επιτραπεί αυτή η εκτίμηση.
Φοβόμαστε να σκεφτούμε, να μορφοποιήσουμε τη σκέψη , να την ελέγξουμε, να την αναθεωρήσουμε, να μιλήσουμε γι’αυτή, να διαφωνήσουμε εξαιτίας της, ή να υπερασπιστούμε τη θέση μας γύρω από μια ιδέα, να την εμπλουτίσουμε με περισσότερη γνώση,  τη γνώση να κάνουμε σοφία , να  παλέψουμε τη σοφία να την κάνουμε πράξη. Να πράξουμε.
Να γεννήσουμε πράξη, φοβόμαστε.
Αλλά κάποιοι θα διαφωνήσετε. Θα υποστηρίξετε πως κάνουμε ήδη όλα τα παραπάνω.
Θα εμμείνω  στη θέση μου όμως, λέγοντας σας πως νομίζουμε πως τα κάνουμε.
Νομίζουμε πως τα κάνουμε γιατί ο φόβος μας έκανε σκληρούς. Κι αφού του επιτρέψαμε να μπει να μας αλώσει (που ούτε καν θυμόμαστε από πότε), μας άφησε ναρκισσιστικά σίγουρους πως μάλλον έχουμε δίκιο.  Άλλος έχασε ένα κάστρο από τον φόβο, άλλος μια πολιτεία, θα μου πείτε, κι ίσως αυτό να νομίσετε πως παίζει κάποιον ρόλο, αλλά νομίζω πάλι πως δεν έχει κάποια ιδιαίτερη σημασία.
Σημασία έχει πως αλωθήκαμε.
Και είμαστε νάρκισσοι πια . Και νιώθουμε  περισσότερο θύματα. Κι εκπέμπουμε περισσότερο αρνητική ενέργεια. Κι ο κόσμος μας έχει περιορισμένη θέα και μετρημένες δυνατότητες. Και μένουμε αδρανείς . Κι αυτό γεννά περισσότερη αμφιβολία και φόβο.
Και αντί να βλέπουμε ευκαιρίες βλέπουμε κίνδυνο. Κι έτσι περπατάμε προς τα πίσω ενώ συνεχίζουμε να κοιτάμε ,τεχνικώς ,μπροστά κι αυτό από μόνο του είναι επικίνδυνο.
Και φτάνουμε κάπως έτσι,  πτωχοί τελικά. Πτωχοί τω πνεύματι.
Κι ως τέτοιοι, είμαστε  κομματάκι ανήμποροι να αντιμετωπίσουμε πραγματικά το φόβο.
Φυσικά κι οι διαπροσωπικές μας σχέσεις υποφέρουν από τον ίδιο λόγο.
Ειδικά στην εποχή μας, που έχουμε πληθύνει τα ουτοπικά παραρτήματα του φόβου, με τα ίδια μας τα χέρια, φοβόμαστε όσο ποτέ άλλοτε. Κι είναι η καρδιά μας που από φόβο μη πληγωθεί ,  ίσως πληγώσει πρώτη. Ή που παραμένει πάντα κλειστή, ως φοβισμένη.
Κλειστή και σκληρή.
Πως όμως θα επιτρέψουμε στην καρδιά να μαλακώσει ξανά; Πώς θα τη βοηθήσουμε να προσκαλέσει; Να προκαλέσει ; Να δημιουργήσει;
Η απάντηση είναι τόσο απλή όσο και γνώριμη σε όλους μας : μόνο αν ελευθερωθεί .
Πώς όμως θα την ελευθερώσουμε;
Για να την ελευθερώσουμε θα πρέπει να σπαταλήσουμε λίγο χρόνο , προσπαθώντας να αναγνωρίσουμε τα δεσμά της. Αυτά που εμείς της περάσαμε. Κι όταν τα δούμε, θα θυμηθούμε πώς αυτά λύνονται.
Και αν δε λύνονται, σίγουρα κόβονται.
Της Μαρία Λυδίας Κυριακίδου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου