Γενναιοδωρία
Η γενναιοδωρία συγκαταλέγεται ανάμεσα σε εκείνα τα ανθρώπινα συναισθήματα ή αρετές που σε πολλούς σπανίζουν, αλλά σε κάποιους άλλους έχουν δοθεί ή κατακτηθεί «γενναιόδωρα». Στις περιπτώσεις αυτές, αν τύχει κανείς και συναντήσει ή γνωρίσει έναν άνθρωπο με το προσόν της γενναιοδωρίας, όχι μόνο θα βρεθεί στη θέση να δεχθεί κάποια δείγματα αυτής της αρετής, αλλά θα δοκιμάσει και την ευτυχία ή τη χαρά, την εμπειρία της μετατροπής του εαυτού του σε κάτι ανάλογο ή παρόμοιο – έστω και σε πιο περιορισμένη κλίμακα και βαθμίδα. Γιατί η αρετή της γενναιοδωρίας είναι πανίσχυρη και μεταδοτική. Λαμβάνεις πολλά από τον παροχέα της, επιστρέφεις ελάχιστα σε εκείνον – και τούτο σε γεμίζει χαρά και αγαλλίαση.
Γνωρίζω βέβαια ότι, όπως και η γενναιοδωρία, έτσι και η ευγνωμοσύνη δεν είναι κάτι το σύνηθες ή το απλό, ούτε κατακτάται εύκολα. Προϋποθέτει ανάλογη πνευματική άσκηση και πειθαρχία ψυχής. Ετσι εξηγείται γιατί πολλοί από τους ευεργετηθέντες από κάποιον που τους φέρθηκε γενναιόδωρα μετατρέπονται ή εκφυλίζονται σε επιλήσμονες αυτής της δωρεάς – κάτι που δεν είναι δυστυχώς πολύ σπάνιο ή ασυνήθιστο στις ανθρώπινες σχέσεις και καταστάσεις. Το πραγματικά σπάνιο όσο και ενδιαφέρον είναι η αναλογία, το ισόποσον -αν μπορεί έτσι να χαρακτηρισθεί- μεταξύ γενναιοδωρίας και ευγνωμοσύνης, κάτι που δένει γερά μια σχέση φιλίας και εμπιστοσύνης μεταξύ ανθρώπων που συνεργάζονται για κάποιον κοινό σκοπό.
Βέβαια, εκείνος που γενναιοδωρεί ενσυνείδητα και με την πεποίθηση της αξίας της προσφοράς προς τον άνθρωπο δεν περιμένει ανταπόκριση και ανταμοιβή – κάνει την πράξη για χάρη της ίδιας της πράξης ως αγαθό καθ’ αυτό. Οπως όταν κάποιος στη μοναξιά του κοιτάζει έναν πίνακα ζωγραφικής, ακούει ένα κομμάτι μουσικής ή διαβάζει ένα ποίημα. Τι περιμένει από αυτό, τι άλλο να εισπράξει πέρα από τη βαθιά χαρά και την απόλαυση της ίδιας της ποίησης, της μουσικής και της εικονοποιίας; Ή όταν βγαίνει σε έναν περίπατο στην εξοχή για να θαυμάσει το τοπίο. Η χαρά και η απόλαυση έγκεινται στην ίδια την πράξη, όχι σε ό,τι θα βγει ή δεν θα βγει από αυτήν.
Στην πράξη της γενναιοδωρίας, λοιπόν, όπως και στην ποίηση, βρίσκει κανείς και εκφράζει προς τα έξω, προς τον άλλον άνθρωπο με έναν τρόπο που ταιριάζει μόνο σ’ εκείνον τον ίδιο, αυτό που έχει μέσα του κατακτηθεί και σκιρτά με αγωνία να εκδηλωθεί. Οσοι έχουν αγαπήσει κάτι ή κάποιον αληθινά, το γνωρίζουν αυτό καλά και κατανοούν για ποια πνευματική και ψυχική κατάσταση και αξία ομιλώ.
Η γενναιοδωρία αναζητεί τον αποδέκτη της όπως και η ποίηση τη γλώσσα, το ύφος και τον τόνο της φωνής για να εκφραστεί και να υπάρξει. Χωρίς να ζητεί ή να προσδοκά ανταπόδοση, είναι πάντα έτοιμη να δοθεί, έστω και αν υποπτεύεται ότι πιθανόν να διαψευσθεί. Υπάρχει, λοιπόν, κάτι το ηρωικό, το ηρωικά απαισιόδοξο στην πράξη της γενναιοδωρίας. «Ας είναι, η ετοιμότητα, η διάθεση είναι το παν», όπως αναφέρει ο Αμλετ σε μία από τις τελευταίες σκηνές της σαιξπηρικής τραγωδίας.
Αποτελεί, συνεπώς, μια συμπύκνωση, μια αποκρυστάλλωση της ύπαρξης και του πνεύματος η γενναιοδωρία. Οπως ακριβώς και η ποίηση. Υπό την έννοια αυτή, θα μπορούσε ενδεχομένως να κάνει λόγο κανείς και για την ποίηση της γενναιοδωρίας. Της γενναιοδωρίας ως μιας κορυφαίας ανθρώπινης αρετής. Γιατί τι να τα κάνει κανείς όλα τα άλλα; Είναι δευτερεύοντα. Οπως έγραφε στην Β΄ προς Κορινθίους Επιστολή του ο Παύλος, ακόμα και αν όλες τις γλώσσες των ανθρώπων μιλώ ή και των αγγέλων, αλλά αγάπη δεν έχω, τότε τι είμαι; «Ενας χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον». Αλλά η γενναιοδωρία, όπως και η αγάπη, «πάντα αντέχει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει».
Αντώνης Μακρυδημήτρης – Kαθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
www.kathimerini.gr