Πέμπτη, 12 Απριλίου 2018

Δεν ξέρω πως μοιάζεις, έρωτα, μα υπάρχεις και σε ψάχνω


Είναι κάτι βράδια που η πόλη ησυχάζει και αναρωτιέμαι που να είσαι εσύ. Ο κάθε εσύ, και παράλληλα ο μοναδικός εσύ. Πώς να μοιάζεις άραγε; Πού να μένεις; Άραγε σε γνωρίζω ήδη ή θα σε μάθω αύριο; Να είσαι μόνος σου ή να αγκαλιάζεις τώρα κάποια άλλη ύπαρξη; Κι εγώ; Εγώ στο σήμερά μου, είμαι μόνη και σε αναζητώ; Είμαι με κάποιον; Κι αυτός ο κάποιος ποιός είναι τελικά; Είσαι εσύ και δεν το ξέρω; Είσαι εσύ και το ξέρω; Είσαι εσύ αυτός που έχω τώρα στο κορμί μου και με αυτοπεποίθηση σου χαμογελάω; Ή είσαι κάποιος στο τώρα μου, που αύριο θα έχει μείνει απλά κάποια αντανάκλασή του στο διαμορφωμένο μέλλον μου;

Άραγε να είσαι κάπου μακρυά τώρα; Να κάθεσαι στον καναπέ σου πίνοντας ένα ποτήρι από το αγαπημένο σου ουίσκι; Παρέα με ένα βιβλίο και στο βάθος του παραθύρου βλέπεις μαζεμένους λογαριασμούς που πρέπει να πληρώσεις. Ξενερώνεις, βάζεις άλλο ένα ποτήρι από εκείνο το ουίσκι, και βάζεις στον υπολογιστή το αγαπημένο σου τραγούδι, να χαλαρώσεις λίγο.

Εγώ; Στην άλλη άκρη της πόλης, της χώρας; Δεν ξέρω ακόμα. Ετοιμάζομαι να πάω για χορό. Θα βάλω ένα κόκκινο φόρεμα, και κόκκινο κραγιόν. Βλέπεις ετοιμάζομαι να δω κάποιον που γνώρισα πρόσφατα. Ομολογώ ότι είμαι κάπως τσιμπημένη μαζί του. Θέλω να του κάνω εντύπωση. Θα βάλω κόκκινο, ναι σίγουρα κόκκινο! Του αρέσει πάνω μου, έχω μαυρίσει κιόλας. Να βάλω και ένα από τα αγαπημένα μου αρώματα. Με νότες βανίλιας ή εκχυλίσματα γιασεμιού; Γιασεμί! Βάζω και τρέχω προς την έξοδο…

Και κάπως έτσι να κυλάνε οι μέρες μας, η καθημερινότητά μας με τις όποιες υποχρεώσεις μας. Κι εγώ πότε πότε να αναρωτιέμαι, άραγε σε ξέρω; Άραγε είσαι εκείνος ο καλός μου φίλος που πάντα ήταν γλυκός μαζί μου; Μήπως εκείνο το φλερτ που κάνει την καρδιά μου να χτυπάει; Ή εκείνος ο σπαστικός καθηγητής που δε λέει να με αφήσει σε ησυχία;

Τι να σκέφτεσαι τώρα; Σε τι φάση να βρίσκεσαι; Με σκέφτεσαι; Έχεις σκεφτεί ποτέ ότι μπορεί απόψε οι σκέψεις μας να συντονιστούν; Κι ας ζούμε σε παράλληλα «τώρα».


Πώς να είσαι, πού να είσαι, ποιός να είσαι; Τι να κάνεις τώρα;

Ξαφνικά νιώθω μια ανάγκη να σου εκφράσω τις σκέψεις μου.

Σε σένα, που δεν έχω ιδέα τι μορφή έχεις, δεν έχω ιδέα αν είσαι ήδη δίπλα μου ή αν ακόμα δεν έχω αντικρύσει κανένα ίχνος σου. Σε σένα όμως, που αναζητά η ψυχή μου, και που όταν το σήμερα γίνει χθες, το αύριο που δεν γνωρίζω, θα είναι σήμερα. Και σε εκείνο το σήμερα, σε καλώ, σε ψάχνω. Και όσο αυτές οι σκέψεις περπατάνε στα σοκάκια του μυαλού μου, ανατρέχω σε παλιά χαρτιά και στιβαγμένες αναμνήσεις ετών και βρίσκω μία επιστολή- κάλεσμα που σου μιλάω, μας μιλάω:

«Σε ψάχνω στις σιωπές του χθες, σε ψάχνω σ’ ένα βουβό παρόν, σε ψάχνω σ’ ένα μέλλον βασισμένο σ’ εσένα.

Σε ψάχνω στο παιδικό γέλιο, σε ψάχνω στη βουή του ανέμου, σε ψάχνω στην ανάσα ενός μωρού.

Σε ψάχνω στο κλάμα ενός βρέφους, σε ψάχνω στο ζευγάρι της διπλανής πόρτας, σε ψάχνω στις σταγόνες της βροχής.

Μπορεί να σ’ έχω ήδη βρει και να μη σε βλέπω.

Μπορεί να σε γνωρίζω και να μην το ξέρουμε.

Μπορεί να σε δω αύριο να ανατέλλεις.

Μπορεί και ποτέ να μην καταλάβω ότι είσαι εσύ.

Πάντα θα συνεχίζω να σε ψάχνω όμως.

Όπου κι αν είσαι, όπου κι αν υπάρχεις, ακόμα κι αν δεν υπάρχεις.

Θα ζεις μέσα μου μόνο για μένα. Μέσα στην καρδιά μου θα κοιμάσαι γαλήνια.

Πάντα θα σε ψάχνω σε φωτογραφίες παλιές. Τη μορφή σου θα σχηματίζω σε όνειρα κρυμμένα.

Σε ψάχνω στις λέξεις περαστικών, σε ψάχνω σε αγάπες παλιές, σε ψάχνω σε χιλιάδες αναμνήσεις, σε ψάχνω στο φως του ήλιου, σε ψάχνω στο δάκρυ ενός ανθρώπου.

Σε ψάχνω στο ξέσπασμα του ουρανού, σε ψάχνω στις ψεύτικες εικόνες της τηλεόρασης, σε ψάχνω στα τραγούδια που παίζει το ράδιο, σε ψάχνω στη σοφία ενός γέρου.

Στη ματιά του κάθε ανθρώπου εγώ βλέπω εσένα. Εσένα ψάχνω, για σένα βαδίζω μέχρι να σε βρω. Όταν με δεις θα καταλάβεις ότι είμαι εγώ. Τα μάτια μου θα το προδώσουν. Ακόμα όμως κι αν δεν το μάθουμε ποτέ. Εγώ θα είμαι εδώ για σένα και θα το ξέρεις.

Σε ψάχνω στη μέθη ενός ποτού, σε ψάχνω στη ζάλη του οινοπνεύματος, σε ψάχνω στη φωνή ενός τρελού, σε ψάχνω στον έρωτα δυο εφήβων, σε ψάχνω στο σ’ αγαπώ μιας μάνας.

Σε ψάχνω στον αιώνιο όρκο ενός ζευγαριού. Σε ψάχνω στη γέννηση ενός μωρού. Σε ψάχνω στο χαμόγελο ενός φίλου.

Σε ψάχνω σε πράγματα απλά, καθημερινά. Σε έννοιες τόσο συνηθισμένες και απλές. Όπως τον αχνιστό καπνό ενός καφέ.

Σε ψάχνω ενώ μπορεί ήδη να σε ξέρω.

Σε ψάχνω ενώ μπορεί να μη σε έχω δει ποτέ.

Ενώ μπορεί να σε δω αύριο…

Σε ψάχνω…»

Διπλώνω τα χαρτιά μου με προσοχή, κοιτάζω την ημερομηνία που είχαν γραφτεί, συνειδητοποιώντας ότι έχει περάσει μια δεκαετία και κάτι από τότε… Πότε πέρασαν τόσα χρόνια… Κοίτα που πριν τόσα χρόνια σε έψαχνα στο μέλλον μου.

Πέρασε η ώρα, σκέφτομαι, ώρα να ξαπλώσω. Και μου έρχεται η φράση από το ποίημα του Καβάφη:

«Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασεν η ώρα. Δώδεκα και μισή. Πώς πέρασαν τα χρόνια.»
Της Μαρίας Κουσαντάκη.

αναπνοές


https://trelocosmosgr.blogspot.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου