Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Οικογένεια είναι αυτά τα απλά, τα καθημερινά – το παν δηλαδή

Από
 Ναταλύ Δούκα
 

«’Οσο πιο πολύ γεμίζει το σπίτι, τόσο πιο μόνη νιώθω».
«Να το κοιτάξεις αυτό, δεν είναι νορμαλ.»
Έχω το σύνδρομο της γεμάτης φωλιάς. Το ξέρεις αυτό το σύνδρομο. Είναι αυτό για το οποίο δεν μιλά ποτέ κανείς. Απαγορεύεται να μιλάμε γι αυτό.
Οχι, δεν πάσχω από κάποια ψυχιατρική διαταραχή που με ωθεί στο να μην εκτιμώ αυτά ήθελα να έχω.
Απλά υπάρχουν στιγμές που μετανιώνω γι’ αυτά που θέλησα. Και τα θέλησα πολύ.
Εν αρχή ήταν ό σκύλος. Προσπάθησα πολύ να προσποιηθώ ότι δεν άλλαξε τίποτα από τότε που μπήκε στην ζωή μου. Πήρα μόνο αγάπη και πάνω απ ’όλα παρέα. Αλλά μετά πήρα και κάτι τρίχες, κάτι βόλτες κι κάτι έγνοιες. Σκούπα κάθε μέρα ανελλιπώς. «Δεν μπορώ να μείνω μέχρι αργά, θα τα κάνει πάνω του ο σκύλος». «Δεν μπορώ να ‘ρθω Ρώμη γιατί δεν έχω που να αφήσω τον σκύλο». Ό,τι απόφαση κι αν ήθελα να πάρω έπρεπε να λάβω υπόψιν τον σκύλο.
Και μετά,  ήρθε εκείνος. Τότε που τα ράφια της βιβλιοθήκης μου μπούκωσαν με βιβλία που δεν είχα διαβάσει εγώ (τα άπαντα της BMW κλπ). Συρτάρια που γέμισαν με ρούχα που δεν ήταν δικά μου και αναγκάστηκα να πακετάρω τα καλοκαιρινά σε αεροστεγή συσκευασία κάτω από το κρεββάτι κι έτσι την άνοιξη να ζω το δράμα του «δεν έχω τι να φορέσω». Το ότι βάζω 2 πλυντήρια την ημέρα και για να μειώσω το σίδερο, φοράω-αποκλειστικά εγώ- τα ίδια ρούχα επί δύο μέρες. Το ότι αναγκάστηκα ν’ ανέχομαι ένα ραδιόφωνο παλιατζούρα σε περίοπτη θέση στο σπίτι, το οποίο δεν αγόρασα. Άρχισα να σκέφτομαι για δύο, άντε δυόμιση γιατί είναι κι ο σκύλος. Στα καθημερινά, στα πρακτικά, στο τίποτα δηλαδή, δεν ήμουν πια μόνη.
Τελείωσαν οι ρούχλες στον καναπέ όπως εγώ της απολάμβανα. Δεν κυκλοφορώ πια με deca-look στο σπίτι γιατί απλά βαριέμαι. Να ακούω την Πιαφ στη διαπασών και να μην σπάω ξένα αυτιά αλλά μόνο τα δικά μου. Δεν υπάρχει το πριν και το μετά στην αμφισβητημένη ομορφιά μου. Υπάρχει το φάτσα φόρα. Κι έτσι δεν έχω την ευκαιρία να πλυθώ, να βαφτώ, να σιαχτώ , να γίνω μοιραία. Το βασικότερο είναι ότι δεν φεύγει. Δεν πάει σπίτι του και τα λέμε αύριο με ραντεβού. Να πάρουμε μία ανάσα. Να μας λείψουμε. Να έχουμε τα μυστικά μας. Τα «που ήσουν και δεν το σήκωνες» και τα «με ξέχασες, ούτε ένα μήνυμα».
Κάναμε αμάν να συγκατοικήσουμε. Για να μην τα έχουμε. Και τώρα που ‘ντα;
Καλώς όρισε κι ο τρίτος. Καλώς όρισε κι ο τέταρτος. Παιχνίδια, φιλιά, αγάπες, λατρεία. Εξάρτηση,  αρρώστιες, φασαρία, τσακωμοί. Πρόγραμμα και αποφάσεις για τεσσεράμισι. «Όλοι οι καλοί χωράνε».
Κι εμένα καλοί είναι ρε παιδιά, αλλά δεν χωράνε. Δεν χωράνε στο σπίτι, δεν χωράνε στον χρόνο, δεν χωράνε στα κέφια. Και καταβάλουμε όλοι μεγάλες προσπάθειες για να χωράμε. Γιατί αυτό είναι οικογένεια. Γιατί καλύτερα μαζί, παρά χώρια. Γιατί καλύτερα παρέα παρά μόνη.
Το μυαλό μου πάντως δεν χωράει άλλο. Γέμισε. Γέμισε νωρίς. Αρχίζει και καίγεται και νιώθω πιο μόνη από ποτέ.
Και μετά γεύομαι την αυθόρμητη αγκαλιά, τα κακαριστά γέλια, το σ’ ευχαριστώ, τα πόδια του να σφίγγουν τις κρύες μου πατούσες το βράδυ για να τις ζεστάνουν, το απαλό γλύψιμο στο χέρι πακέτο με το κουταβίσιο βλέμμα.
Ξέρεις, αυτά τα καθημερινά, τα απλά, το παν δηλαδή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου