Σελίδες

Πέμπτη 3 Ιουλίου 2014

Η μητέρα ως πρότυπο – Πως να δώσετε το καλό παράδειγμα στο παιδί σας

Αν θεωρήσουμε ότι όλος ο κόσμος είναι μια μεγάλη σκηνή, στα μάτια του παιδιού σας είστε η πρωταγωνίστρια. Από την πρώτη κιόλας στιγμή που το μωρό έρχεται στον κόσμο παρακολουθεί στενά, και σταδιακά μιμείται, ό,τι κάνετε. Εσείς είστε το βασικό πρότυπο του παιδιού σας όχι μόνο ως γονιός, αλλά και ως σύντροφος, επικεφαλής της οικογένειας, μέλος μιας κοινότητας. Και είναι σε μεγάλο βαθμό στο χέρι σας το να καλλιεργήσετε στο παιδί καλές συνήθειες συμπεριφοράς.

Ξέρετε ήδη όσα δεν πρέπει να κάνετε μπροστά στο παιδί –να μη μιλάτε άσχημα, να μην εξοργίζεστε, να μην χρησιμοποιείτε καμίας μορφής βία. Υπάρχουν, όμως, και κάποια πράγματα που πρέπει να κάνετε, για να βοηθήσετε το παιδί να γίνει ο ενήλικας που θέλετε:

Εκδηλώστε τα συναισθήματά σας

Επιστρέφετε από τη δουλειά κουρασμένη και με το που μπαίνετε στο σπίτι βάζετε τις φωνές στα παιδιά επειδή δεν έχουν μαζέψει τα ρούχα τους. Η στάση αυτή, όμως, δεν διδάσκει κάτι στα παιδιά. Είναι προτιμότερο, μπαίνοντας στο σπίτι, να τους ανακοινώσετε ότι είστε κουρασμένη και εκνευρισμένη από τη δουλειά και ότι θέλετε λίγη ώρα για να ξεκουραστείτε, πριν ετοιμάσετε π.χ. το βραδινό. Έτσι, τα παιδιά δεν θα ανησυχούν ότι σας προκαλούν πάντα νεύρα και θα μάθουν να εκδηλώνουν και εκείνα τα συναισθήματά τους.

Απολογηθείτε και εξηγήστε

Κι αν τελικά παρασυρθήκατε και τους βάλατε τις φωνές με το που μπήκατε στο σπίτι, μπορείτε πάντα να απολογηθείτε εκ των υστέρων για τη συμπεριφοράς σας, βοηθώντας τα να καταλάβουν τον πραγματικό ρόλο για τον οποίον μπορεί να είστε εκνευρισμένη. «Συγνώμη που σου φώναξα νωρίτερα, αλλά γύρισα τόσο κουρασμένη από τη δουλειά που θα έπρεπε να έχω ηρεμήσει πρώτα» -αυτό είναι μία καλή αρχή. Στη συνέχεια μπορείτε να τα ρωτήσετε για τη μέρα τους.

Δείξτε στο παιδί πώς τα ξαναβρίσκετε

Όλα τα ζευγάρια τσακώνονται κατά καιρούς, όμως αν αυτό συμβαίνει μπροστά σε μικρά παιδιά μπορεί να τους αφήσει τραυματικά συναισθήματα. Θα πρέπει, λοιπόν, να βρίσκετε ευκαιρία για να εξηγείτε στο παιδί ότι η διαφωνία με τον σύντροφό σας δεν έχει να κάνει με εκείνο και δεν φταίει σε καμία περίπτωση. Έπειτα, θα πρέπει μπροστά του να δείχνετε πώς τα ξαναβρίσκετε με τον μπαμπά, π.χ. ζητώντας συγνώμη, διεξάγοντας συζητήσεις για τη λύση του προβλήματος (με αμοιβαίες παραχωρήσεις) και παίρνοντας στο τέλος αγκαλιά ο ένας τον άλλον. Έτσι το παιδί θα μάθει ότι ακόμα κι αν διαφωνεί με κάποιον υπάρχει ειρηνικός τρόπος για να βρεθεί λύση.

Χρόνος για τους δύο σας

Μπορεί στα παιδιά να μην αρέσει να μένουν στο σπίτι με την γιαγιά και τον παππού ή με την babysitter και να βλέπουν εσάς και τον σύντροφό σας να φεύγετε για να πάτε π.χ. μια βόλτα μαζί, όμως είναι απαραίτητο. Τα παιδιά έτσι θα μάθουν ότι η σχέση σας δεν βασίζεται μόνο στην φροντίδα τους, στην δουλειά ή στο να ζείτε παράλληλα, αλλά και στο να βρίσκετε χρόνο ο ένας για τον άλλον.

Δείχνετε τρυφερότητα

Το σεξ πρέπει να γίνεται πίσω από κλειστές πόρτες. Όχι, όμως, και οι εκδηλώσεις τρυφερότητας. Μια αγκαλιά, ένα φιλί στο μάγουλο, ένα χάδι είναι πράξεις αγάπης που κάνουν τα παιδιά να νιώθουν όμορφα και τους μαθαίνουν πώς παραμένει συνδεδεμένο ένα ζευγάρι.

Δημιουργείτε έθιμα και παραδόσεις

Στα παιδιά αρέσουν οι προβλέψιμες καταστάσεις και τα οικογενειακά έθιμα που φέρνουν την οικογένεια πιο κοντά.

Δείξτε τους πώς να νοιάζονται για τους άλλους

Δείξτε στα παιδιά πώς φτιάχνουμε μία όμορφη κάρτα όταν ένα μέλος της οικογένειας έχει γενέθλια, πώς βοηθάμε έναν γείτονα που χρειάζεται κάτι, θυμίστε τους να τηλεφωνούν στις γιαγιάδες και τους παππούδες. Μάθετε στα παιδιά να διατηρούν δεσμούς και να δημιουργούν νέους με τους ανθρώπους γύρω τους.

Κάντε τις αξίες σας πράξη

Αν πιστεύετε στην πολιτική δράση, πάρτε μαζί τα παιδιά όταν θα πάτε να ψηφίσετε στις επόμενες εκλογές και εξηγήστε τους την βαρύτητα της ψηφοφορίας. Αν έχετε έντονη θρησκευτική πίστη, μοιραστείτε την με τα παιδιά και καλέστε τα να συμμετέχουν στα έθιμα της εκκλησίας. Αν υποστηρίζετε την φιλανθρωπία, δείξτε το έμπρακτα μαζί με τα παιδιά σας.
Και μην ξεχνάτε ότι τα παιδιά συνήθως μαθαίνουν όχι από αυτά που ακούν τους γονείς τους να λένε αλλά από αυτά που τους βλέπουν να κάνουν. Δείξτε, λοιπόν, στα παιδιά πώς οι αξίες και οι προτεραιότητες διαμορφώνουν τη ζωή σας.
Πηγή: psychologytoday

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

Κάντε το βιβλίο, τον αγαπημένο καλοκαιρινό φίλο των παιδιών!


Δεν θα ακούσουμε πολλούς μαθητές να ζητούν με ενθουσιασμό να διαβάσουν αυτό το καλοκαίρι. Αλλά, όπως όλοι γνωρίζουμε, αν οι μαθητές διαβάζουν λίγο καθημερινά κατά τους καλοκαιρινούς μήνες θα αποφευχθεί η κούραση του εγκεφάλου από την πλήρη αποχή από τη γνώση και το διάβασμα.
Πώς μπορούμε λοιπόν να εμπνεύσουμε τα παιδιά για να διαβάσουν αυτό το καλοκαίρι; Η δασκάλα της Γ τάξης του Δημοτικού Σχολείου Ναυστάθμου Κρήτης, Σταυρουλά Λαδά , μας προτείνει έξυπνους τρόπους για να αναπτύξουμε την φιλαναγνωσία των παιδιών κατά τη διάρκεια των καλοκαιρινών διακοπών.
1. Οι εκθέσεις βιβλίου μπορεί να εμπνεύσουν το παιδί να διαβάσει. Επίσης, οι λέσχες βιβλίου ή οι δημοτικές βιβλιοθήκες. Επιπλέον, το ένα παιδί μπορεί να πείσει το άλλο να διαβάσει ένα βιβλίο που του άρεσε, να διαβάσουν ένα βιβλίο για το ποίο είχαν ακούσει στην τάξη κατά τη διάρκεια της χρονιάς.
2. Τα παιδιά μπορεί να παροτρυνθούν να διαβάσουν ένα βιβλίο το οποίο τους ξεκινήσατε εσείς να τους διαβάζετε. Έτσι, εάν το βιβλίο είναι ελκυστικό και ενδιαφέρον, θα τους κινήσει την προσοχή.
3. Επιλέγετε μαζί με τα παιδιά βιβλία που τους αρέσουν εξαρχής. Μάλιστα, εάν υπάρχουν και άλλα βιβλία της ίδιας σειράς είναι καλό να τα έχετε. Άλλωστε, ποτέ δεν ξεχνάμε μια πετυχημένη συνταγή.
4. Ενθαρρύνετε τα παιδιά να διαβάζουν στα μικρότερα αδελφάκια τους κάθεμέρα ένα μέρος του βιβλίου. Με τον τρόπο αυτό θα νιώσουν και τα ίδια χρήσιμα και κυρίως ικανά για προσφορά.
5. Δημιουργήστε μαζί με τα παιδιά ένα πακέτο με αντικείμενα, κείμενα, ιστορίες, ταινίες και ό,τι άλλο σκεφτείτε, που θα σχετίζεται με το θέμα του βιβλίου. Για παράδειγμα, εάν το θέμα του βιβλίου είναι η θάλασσα, φτιάξτε μαζί με το παιδί ένα πακέτο που θα περιέχει κοχύλια, ένα βαζάκι άμμο από την παραλία, ηχογραφημένους ήχους της θάλασσας, μια ζωγραφιάς ή ένα άλλο σχετικό βιβλίο που είχε διαβάσει το παιδί πιο μικρό. Έτσι, θα νιώσει τη χαρά ότι δημιούργησε ένα πολυθεματικό πακέτο που μπορεί και να παρουσιάσει την επόμενη χρονιά στην τάξη στους συμμαθητές του.
6. Ενθαρρύνετε τα παιδιά να γράψουν ένα δικό τους τέλος για το βιβλίο που διάβασαν και να σας το παρουσιάσουν ως νέοι συγγραφείς.
Συγγραφέας άρθρου: Κωνσταντίνα Ντουντούμη
Πηγή: infokids.gr/ 

Τρίτη 1 Ιουλίου 2014

Γιατί αξίζει να διαβάζετε παραμύθια στα παιδιά σας

Γιατί αξίζει να διαβάζετε παραμύθια στα παιδιά σας
Σύμφωνα με μια έρευνα που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Psychological Science» του Αμερικανικού Συλλόγου Ψυχολογικής Επιστήμης, ένα παραμύθι στο οποίο επαινείται η ειλικρίνεια ενός χαρακτήρα επιδρά θετικότερα στα μικρά παιδιά στο να είναι ειλικρινή συγκριτικά με μια ιστορία που τονίζει τις αρνητικές επιπτώσεις του ψέματος.
Τα ευρήματα αποδεικνύουν ότι παραμύθια όπως «Το αγόρι που φώναζε λύκος» και ο «Πινόκιο» δεν είναι τόσο αποτελεσματικά στο να εμπνέουν ειλικρινή συμπεριφορά στα παιδιά.
Τα παραμύθια χρησιμοποιούνται εδώ και χρόνια για να ενσταλάξουν ηθικές και πολιτιστικές αξίες στα παιδιά, αλλά δεν έχουν γίνει ιδιαίτερες έρευνες όσον αφορά την αποτελεσματικότητά τους.
Ο βασικός συγγραφέας της έρευνας Kang Lee από το Ινστιτούτο Έρευνας για το Παιδί στο Πανεπιστήμιο του Τορόντο αναφέρει ότι δεν πρέπει να θεωρούμε δεδομένο ότι οι κλασσικές ηθικές ιστορίες θα οδηγήσουν αυτομάτως και σε ηθικές συμπεριφορές.
Η ερευνήτρια και επίσης συγγραφέας της μελέτης Victoria Talwar από το Πανεπιστήμιο Μακ Γκιλ προσθέτει ότι ως γονείς και οι ίδιοι, ήθελαν να μάθουν πόσο αποτελεσματικές είναι οι συγκεκριμένες ιστορίες στο να προωθούν πιο ειλικρινή συμπεριφορά. Άραγε πρόκειται για ιστορίες που τα παιδιά τις ακούν κι ύστερα τις ξεχνούν ή μπορούν πράγματι να τους μεταφέρουν κάποια μηνύματα;
Προκειμένου να καταλήξουν σε σαφή συμπεράσματα, οι Lee, Talwar και οι συνεργάτες τους διεξήγαγαν ένα πείραμα με 268 παιδιά ηλικίας από 3 ως 7 ετών. Το κάθε παιδί έπαιζε με ένα παιχνίδι που έπρεπε να μαντέψει ποιό είναι με βάση τον ήχο που έβγαζε. Στη μέση του παιχνιδιού, ο πειραματιστής έφευγε από το δωμάτιο για ένα λεπτό για να πάρει ένα βιβλίο, λέγοντας στο παιδί να μην κρυφοκοιτάξει το παιχνίδι που υπήρχε στο τραπέζι. Για τα περισσότερα παιδιά ήταν πολύ δύσκολο να μην υποκύψουν στον πειρασμό αυτό.
Όταν ο πειραματιστής επέστρεφε, διάβαζε στο παιδί ένα παραμύθι – είτε το «Ο λαγός και η χελώνα», «Το αγόρι που φώναζε λύκος», τον «Πινόκιο» ή το «Ο Τζώρτζ Ουάσινγκτον και η κερασιά». Στη συνέχεια, ο πειραματιστής ζητούσε από το παιδί να πει την αλήθεια για το αν είχε προηγουμένως κρυφοκοιτάξει το παιχνίδι.
Αντίθετα με τις προσδοκίες των ερευνητών, οι ιστορίες «Πινόκιο» και «Το αγόρι που φώναζε λύκος» οι οποίες συνδέουν το ψέμα με αρνητικές συνέπειες, όπως τη γελοιοποίηση μπροστά σε όλους ή ακόμα και τον θάνατο, δεν ήταν πιο αποτελεσματικές στο να κάνουν τα παιδιά να είναι ειλικρινή συγκριτικά με ένα παραμύθι που δεν σχετίζεται με την ειλικρίνεια, όπως «Ο λαγός και η χελώνα».
Μόνο η πλαστή ιστορία για τον νεαρό Τζώρτζ Ουάσινγκτον φάνηκε ότι έπεισε τα παιδιά να παραδεχτούν ότι είχαν κρυφοκοιτάξει. Όσα από αυτά άκουσαν την ιστορία στην οποία ο μετέπειτα πρόεδρος των ΗΠΑ επαινέθηκε επειδή ομολόγησε το αδίκημά του είχαν 3 φορές περισσότερες πιθανότητες να πουν την αλήθεια από τα υπόλοιπα που άκουσαν διαφορετικές ιστορίες.
Ένα επιπλέον πείραμα έδειξε ότι η θετική εστίαση στην ιστορία του Τζώρτζ Ουάσινγκτον ήταν υπεύθυνη για την έντιμη συμπεριφορά των παιδιών. Όταν οι ερευνητές έδωσαν αρνητικό τέλος στην ιστορία, τα παιδιά δεν είχαν πλέον περισσότερες πιθανότητες να παραδεχτούν ότι κρυφοκοίταξαν.
Η Talwar πιστεύει ότι η αρχική ιστορία με τον Τζώρτζ Ουάσινγκτον είναι αποτελεσματική επειδή τονίζει τις θετικές συνέπειες της ειλικρίνειας, περνώντας το μήνυμα της επιθυμητής συμπεριφοράς ενώ ταυτόχρονα την προβάλλει.
Ο Lee συμπληρώνει πως η μελέτη αποδεικνύει ότι για να ενισχυθεί μια ηθική συμπεριφορά όπως η τιμιότητα, πρέπει να τονιστούν τα θετικά αποτελέσματα της ειλικρίνειας κι όχι οι αρνητικές συνέπειες του ψέματος. Αυτό είναι πιθανόν να ισχύει για άλλες παρόμοιες ηθικές συμπεριφορές.
Οι ερευνητές τονίζουν ότι είναι απαραίτητες περισσότερες μελέτες για να αποδειχτεί αν οι ιστορίες που περιέχουν ηθικά μηνύματα μπορούν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά των παιδιών μακροπρόθεσμα.
Ακόμα και τώρα όμως, οι ίδιοι έσπευσαν να επωφεληθούν από τα ευρήματά τους. Η Talwar αναφέρει ότι φαίνεται πως υπάρχουν θετικές επιδράσεις και ήδη το εφαρμόζει στην ανατροφή του δικού της παιδιού.

Όταν το παιδί χρησιμοποιείται ως όπλο (Γονεϊκή Αποξένωση) - Parental Alienation Syndrome

Posted by 

Το σύνδρομο της γονεϊκής αποξένωσης που αναφέρεται με τα αρχικά PAS (Parental Alienation Syndrome) πρωτοαναφέρθηκε το 1976 ως «παθολογικός προσεταιρισμός», όπου ένα παιδί απορρίπτει και στρέφεται έντονα εναντίον ενός γονιού και σχετίζεται με διαμάχες γύρω από ένα έντονο διαζύγιο και την επιμέλεια του παιδιού.
 
Parental Alienation Syndrome:
How to Detect It and What to Do About It

Το παιδί χρησιμοποιείται ως «όπλο» από τον γονιό που προσεταιρίζεται το παιδί έναντι του γονιού θύματος.
Η σχέση γονιού παιδιού, από σχέση με ανιδιοτελή αγάπη μεταμορφώνεται σε εκστρατεία λασπολογίας, αέναης κριτικής και μίσους. Σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του συνδρόμου διαδραματίζουν τα διαπροσωπικά δυναμικά που αναπτύσσονται και γι’ αυτό η θεραπεία πραγματοποιείται μέσα από οικογενειακές συνεδρίες. 
Οι ενέργειες αυτές του παιδιού είναι αποτέλεσμα των προσπαθειών του γονιού με την οριστική ή προσωρινή επιμέλεια μέσω συναισθηματικών κακοποιητικών πράξεων, να βλάψει το γονιό χωρίς επιμέλεια. Όταν η απόρριψη του γονιού βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα του παρελθόντος τότε δεν μιλάμε για το σύνδρομο αυτό.
Στις αρχές του 1980 ο Richard Gardner, ένας έμπειρος παιδοψυχίατρος με ενασχόληση και στην παιδο-ψυχιατροδικαστική, πρότεινε τον όρο Parental Alienation με αφορμή την εμπειρία του με παιδιά χωρισμένων γονιών. Διαπίστωσε σταδιακά ότι από την δεκαετία του 80 υπήρχε τάση κακολόγησης τους ενός γονιού από τον άλλο, μέσω του παιδιού. Έχει αναφερθεί στην ύπαρξη συγκεκριμένων συμπτωμάτων για να καθοριστεί το φαινόμενο αυτό ως σύνδρομο  Το σύνδρομο αυτό δεν κατόρθωσε να γίνει αποδεκτό ούτε στα πρόσφατα ταξινομητικά ψυχιατρικά κριτήρια DSM -5.
Αρχικά είχε ξεσηκώσει θύελλα διαμαρτυριών καθότι υπήρχε η θεώρηση ότι αποκλειστικά οι μητέρες προκαλούσαν το φαινόμενο αυτό. Στην πορεία αναθεωρήθηκαν οι απόψεις από  τον εμπνευστή του συνδρόμου. Επίσης είχαν διαπιστωθεί περιπτώσεις όπου γονείς κακοποιητικοί κρυβόντουσαν πίσω από τον τίτλο του θύματος ως προς την γονεϊκή αποξένωση και κατάφερναν να έχουν κοινή επιμέλεια του παιδιού ,με ολέθρια αποτελέσματα για το παιδί.
Ιατρικές και δικαστικές υπηρεσίες ασχολούνται με αυτό το θέμα διαρκώς
Οι δικαστικές αρχές το γνωρίζουν αλλά δεν το αποδέχονται και παραπέμπουν τα παιδιά να εκτιμώνται από παιδοψυχιάτρους .
Στην Ελληνική πρακτική ένας μεγάλος όγκος εργασίας των ειδικών παιδοψυχιάτρων ,ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών ασχολείται στην διερεύνηση των εισαγγελικών εντολών που δίνουν οι γονείς εν’ όψει ενός δύσκολου διαζυγίου . Υπάρχει η τάση μέσω των δικηγόρων να κάνουν οι γονείς ασφαλιστικά μέτρα ο ένας στον άλλο και για να ενδυναμώσουν την θέση τους οι γονείς χρησιμοποιούν τα παιδιά.
Ιδίως ο γονιός που δεν επιθυμεί το διαζύγιο ή θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο και απατημένο ,τυφλώνεται από τον θυμό και το μίσος και παραμερίζει την οικογενειακή ιεραρχία κάνοντας παράλληλα το παιδί ,που είναι πιο κοντά στον πληγωμένο γονιό ,”κολλητό φίλο” και “εξομολογητή”.
Τα παιδιά μαθαίνουν συγκλονιστικές λεπτομέρειες ,αληθινές ή διαστρεβλωμένες, για πολύ προσωπικές στιγμές που δεν θα έπρεπε ποτέ να φτάσουν στα αυτιά τους. Συχνά οι πληροφορίες που έχουν τα παιδιά αφορούν εποχές πριν καν γεννηθούν και λέγονται τόσο ζωντανά και με τόση απέχθεια για τον άλλο γονιό που όντως εντυπωσιάζουν.
Τα συμπτώματα
Το σύνδρομο αυτό δεν έχει γίνει αποδεκτό από τις επιστημονικές κοινότητες ούτε από την δικαστική εξουσία. Αρχικά ο Gardner πίστευε ότι στο 90% οφείλοταν στις μητέρες.
Συχνό φαινόμενο του συνδρόμου είναι οι ψευδείς κατηγορίες για σεξουαλική κακοποίηση του παιδιού που οδηγούν στην θετική έκβαση της λήψης επιμέλειας από τον γονιό που κάνει αυτούς τους ισχυρισμούς .
Η εμφάνιση του φαινoμένου σχετίζεται με την αλλαγή στάσης της δικαστικής εξουσίας όπου πριν θεωρούνταν δεδομένο ότι «τα παιδιά μέχρι την εφηβεία καλό είναι να μένουν με την μητέρα» και οι μητέρες είχαν την κηδεμονία. Όταν έγινε η στροφή στην λήψη αποφάσεων και η εκτίμηση γινόταν σύμφωνα με το “συμφέρον του παιδιού ‘’ οπότε άρχισαν οι κοινές κηδεμονίες ή και η χορήγηση της και σε μπαμπάδες, το φαινόμενο έγινε πιο συχνό. Δόθηκαν μεγαλύτερα δικαιώματα στους πατεράδες και αυξήθηκε ο χρόνος που περνούσαν με τα παιδιά τους,εντάθηκαν όμως και οι διενέξεις γύρω από το διαζύγιο. Σε μελέτη ήδη του 1991 απο το Αμερικάνικο Τμήμα οικογενειακού δικαίου που χρειάσθηκε 12 χρόνια να ολοκληρωθεί διαπιστώθηκε «πλύση εγκεφάλου» των παιδιών σε μεγάλο εύρος και σε ποσοστά που φτάνουν ως και το 80% των διαζυγίων.
Ένας άλλος παράγοντας που συμβάλλει στην αύξηση του φαινομένου είναι η μεγαλύτερη συχνότητα με την οποία ζητώνται οι εισαγγελικές εντολές , κάτι που διαπιστώνουν όλοι όσοι εργάζονται σε δημόσια παιδοψυχιατρικά τμήματα και επωμίζονται τον φόρτο της διερεύνησης πιθανών κακοποιήσεων των παιδιών από τον ένα ή τον άλλο γονιό. Οι δικηγόροι που χειρίζονται υποθέσεις διαζυγίων καταφεύγουν πολύ εύκολα σε προτάσεις διενέργειας εισαγγελικής εντολής ως πιο επιθετική τακτική ,χωρίς βέβαια να υπολογίζουν το ψυχικό κόστος στα παιδιά αλλά και τους γονείς τους. Στις Η.Π.Α. έχει βρεθεί ότι όπως και οι καταγγελίες για κακοποίηση έχουν διπλασιασθεί ,έτσι και οι ψευδείς αναφορές αφορούν το 50% του συνόλου καθώς  θεωρείται το υπέρτατο όπλο για να κερδίσει ένας γονιός την επιμέλεια η αναφορά για μια πιθανή κακοποίηση.
Απο δεδομένα του 1985-86 ,όταν έγινε έντονο το φαινόμενο στις Η.Π.Α. ,διαπιστώθηκε ότι από γύρω στο 2% των διαζυγίων υπήρχαν αναφορές για κακοποίηση του παιδιού ,τα ποσοστά ανά περιοχή διέφεραν από 1-8% ενώ διαπιστώθηκε ότι στο 50% ήταν ψευδείς οι αναφορές . 10 χρόνια αργότερα το 1996, 2 εκατομμύρια παιδιά αναμίχθηκαν σε διαδικασίες διερεύνησης με ψευδείς κατηγορίες για τους γονείς τους .Ο πραγματικός αριθμός κακοποιημένων παιδιών ήταν 1 εκατομμύριο ,τεράστιος αριθμός και πάλι. Λήφθησαν αποφάσεις και πλέον θεωρείται ποινικό αδίκημα ή ψευδής αναφορά για κακοποίηση στις Η.Π.Α.
Δεν είναι συνώνυμο η σεξουαλική κακοποίηση με το σύνδρομο Γονεϊκής Αποξένωσης αλλά είναι αυξημένες οι αναφορές γύρω από αυτό. Άλλα στοιχεία που συχνά αναφέρονται είναι η σωματική κακοποίηση,η παραμέληση,η συναισθηματική κακοποίηση ή ιστορικό συζυγικής βίας. Επίσης κάποιες φορές αυτοί που προσπαθούν να εξοστρακίσουν τον/την πρώην σύζυγο τους καταγγέλουν ψευδώς ότι η άλλη πλευρά χρησιμοποιεί τακτικές αποξένωσης. Εννοείται ότι όταν όντως υπήρχαν περιστατικά βίας και κακοποίησης δεν μπορούμε να μιλάμε για το εν λόγω σύνδρομο.
Με την αλλαγή που επέφερε το φεμινιστικό κίνημα οι πατεράδες ανέλαβαν ενεργό ρόλο στην ανατροφή των παιδιών τους . Μετά το διαζύγιο οι πατεράδες συνέχιζαν να ασχολούνται με τα παιδιά τους μέχρι που διαπιστωνόταν ότι δεν είχαν κανένα νομικό δικαίωμα στην ανατροφή του παιδιού τους εκτός και αν η μητέρα συμφωνούσε. Πλέον και σε δικαστικές αποφάσεις η κοινή επιμέλεια φάνηκε βοηθητική λύση για να μειωθούν οι εντάσεις και οι διενέξεις. Οι περισσότερες μητέρες δέχονταν εύκολα την κοινή επιμέλεια ,άλλες πάλι όχι. Συχνά υπήρχαν αναφορές για την σχέση του φύλου του παιδιού και του γονιού που έπαιρνε την επιμέλεια.

Χαρακτηριστικά του συνδρόμου γονεϊκής αποξένωσης είναι
  • To παιδί μειώνει τον αποξενωμένο πατέρα με υβριστική γλώσσα και εναντιωματική συμπεριφορά .
  • Το παιδί δεν έχει ισχυρά επιχειρήματα την συμπεριφορά του.
  • Το παιδί είναι σίγουρο για τον τρόπο που φέρεται και δεν έχει αμφιβολίες, νιώθει μόνο μίσος ή π.χ. παλινδρομεί μεταξύ αγάπης –μίσους.
  • Δηλώνει ότι μόνο του σκέφτηκε την ιδέα της μείωσης του γονιού του.
  • Το παιδί νιώθει την ανάγκη να υποστηρίξει και να συμπαρασταθεί στον γονιό που δημιουργεί την αποξένωση.
  • Το παιδί δεν νιώθει τύψεις από την σκληρότητα που επιδεικνύει στον ένα γονιό.
  • Χρησιμοποιεί δανεικά σενάρια ή περιγράφει με πολλή ζωντάνια καταστάσεις που δεν έχει ζήσει .
  • Εκδηλώνει αποστροφή στον οικογενειακό και φιλικό κύκλο του απομονωμένου γονιού.
Θεωρείται ότι υπάρχουν τρεις κατηγορίες γονιών που προκαλούν την Αποξένωση του άλλου γονιού .
  • Αυτοί που το κάνουν από αφέλεια και από την ευαλωτότητα τους λόγω του διαζυγίου και επιθυμούν να το διορθώσουν .
  •  Η μεσαία κατηγορία όπου ο ένας γονιός χάνει τον έλεγχο όταν τον προκαλούν και επιτίθεται ενώ όταν ηρεμεί, δεν παραδέχεται ότι βρέθηκε εκτός ελέγχου.
  • Στη τρίτη κατηγορία, βρίσκονται όσοι εμπλέκονται στο σύνδρομο γονεϊκής αποξένωσης.
Συνέπειες του φαινομένου
Οι συμπεριφορές των ενηλίκων που κατηγορούν τον «άλλο γονιό » τρομάζουν και μπερδεύουν τα παιδιά .
Χάνεται η αίσθηση της ασφάλειας και κλονίζεται ο ασφαλής δεσμός παιδιού-γονιού με αποτέλεσμα το παιδί να αναπτύσσει να δυσπροσάρμοστες συναισθηματικές συμπεριφορές και έντονες αντιδράσεις που χρήζουν παιδοψυχιατρικής παρέμβασης . Τα παιδιά αυτά που είναι θύματα τέτοιων καταστάσεων αναπτύσσουν προκλητική συμπεριφορά ,άλλοτε εναντιωματική και άλλες φορές  αυτοτραυματική με σημαντική συχνότητα για να μειώσουν την συναισθηματική φόρτιση που νιώθουν..
Η απομόνωση του παιδιού από τον ‘κακό ‘ γονιό είναι μια στρατηγική που βοηθάει την επίτευξη του στόχου .Μπαίνει η ιδέα στα παιδιά ότι πρέπει να προστατευθούν από τον γονιό .
Ενώ τα παιδιά επιζητούν περισσότερο την αγάπη και των δυο γονιών μετά από ένα διαζύγιο ,αναγκάζονται από τέτοιες περιστάσεις να πάρουν μεγάλες αποφάσεις και να επιλέξουν με διλήμματα ποιόν θα ακολουθήσουν.
Από γράμματα ενηλίκων που ως παιδιά βίωσαν την γονεϊκή αποξένωση σε έντονο ή ήπιο βαθμό φαίνονται τα έντονα αισθήματα πόνου ,θυμού και ντροπής για όσα είπαν και έκαναν στον γονιό τους υπό τις οδηγίες του άλλου γονιού.

Τα παιδιά αυτά συχνά νιώθουν ανάξια να αγαπηθούν ,δυσκολεύονται να δημιουργήσουν υγιείς σχέσεις ως ενήλικες και αργότερα αποστασιοποιούνται από τον γονιό που έμεναν μαζί και ήταν υπεύθυνος για την γονεϊκή αποξένωση του άλλου γονιού .
Νιώθουν συνέχεια διχασμένα ανάμεσα σε δυο στρατόπεδα ακόμα και αν μεγαλώσουν και ενηλικιωθούν όταν ο γονιός που τους μεγάλωσε δεν ξεπέρασε το διαζύγιο και φρόντιζε να διατηρεί υψηλή ένταση όταν αναφέρεται το όνομα του άλλου γονιού .
Συχνές αναφορές για το αν πληρώνει ο άλλος γονιός διατροφή ή ότι δεν ήθελε πλέον την οικογένεια του για να αφοσιωθεί στην καριέρα ή σε άλλη σχέση,  πληγώνουν αφάνταστα τα παιδιά . Τους λείπει ο γονιός τους αλλά νιώθουν σε σύγχυση όταν τους λένε ότι ο γονιός τους δεν τους θέλει και δεν ξέρουν ότι δεν έρχεται να τα δει επειδή δεν μπορεί και όχι γιατί δεν θέλει.

Όταν αργότερα στην ενηλικίωση αντιλαμβάνονται τα παιδιά αυτά την πραγματικότητα θυμώνουν με τον γονιό που έμεναν ,απομακρύνονται και λυπούνται και έχουν τύψεις για τον γονιό που έμεινε στην αφάνεια .
Τα παιδιά σε μικρή ηλικία φαντάζονται ότι μπορούν να καταφέρουν τα πάντα αλλά και ότι εξαιτίας τους, συμβαίνουν πολλά γεγονότα .Νιώθουν στις περιπτώσεις διαζυγίου ότι εκείνα φταίνε . Όταν υπάρχουν εντάσεις ή συμβαίνει το φαινόμενο της γονεϊκής αποξένωσης, πιστεύουν ότι τα ίδια είναι η αιτία και ότι δεν είναι αρκετά καλά παιδιά για να αγαπηθούν και να κρατήσουν μαζί την οικογένεια. Νιώθουν ένα κενό που παραμένει και σε μεγάλη ηλικία όπου ακόμα ψάχνουν τι έφταιγε και δεν τα ήθελε ο γονιός τους ,όπως τους είχαν πει. Εννοείται βέβαια ότι σε περιπτώσεις που υπάρχει διαπιστωμένη κακοποίηση ή παραμέληση δεν μιλάμε για γονεϊκή αποξένωση.
Αυτό που μπορεί να γίνει σε περιπτώσεις διαζυγίου είναι να υπάρχει κατάλληλη συμβουλευτική γονέων γύρω από τους χειρισμούς τους . Η εκτίμηση από παιδοψυχίατρο ενδείκνυται καθώς μπορεί να διακρίνει αν κάποιος γονιός έχει συναισθηματικά προβλήματα και χρειάζεται επιπλέον ενίσχυση ώστε να τον καθοδηγήσει κατάλληλα.
Οι γονείς σε έντονα διαζύγια παραβλέπουν τον ψυχικό κόσμο του παιδιού τους και αγνοούν τις επιπτώσεις στον ψυχισμό τους.
Με κατάλληλη ενημέρωση αλλά και κατανόηση των συνεπειών των πράξεων τους μπορεί να εξομαλυνθεί η κατάσταση.
Η οικογενειακή θεραπεία βοηθάει στο να ακουσθούν όλες οι πλευρές αλλά και να γίνουν κατανοητές οι αντιδράσεις μας σε σχέση με τις οικογένειες καταγωγής ,τον τρόπο ανατροφής αλλά και τοις δυναμικές που αναπτύχθηκαν στο γονεϊκό ζεύγος.Ορισμένες φορές χρειάζεται και ατομική ψυχοθεραπεία κάποιου από τους γονείς ή και του παιδιού.

Μερσύνη Αρμενάκα
Παιδοψυχίατρος-Ψυχοθεραπεύτρια

singleparent

Λογοθεραπεία..; Μα δεν έχει και τίποτα!Θα του περάσει μεγαλώνοντας..!


 



Να κάνει το παιδί μου λογοθεραπεία? Μα δεν έχει και τίποτα!Θα του περάσει μεγαλώνοντας..!

… και ο μεγάλος του αδερφός άργησε να μιλήσει και τώρα δες τον! Μια χαρά! …

… και εγώ όταν ήμουν μικρή δεν έλεγα το ΄΄ξ΄΄ εντάξει με κορόιδευαν λίγο τα παιδιά αλλά τι έπαθα? …

… έτσι ήταν και ο μπαμπάς του (μπαίνει στη συζήτηση και η γιαγιά) κοντά στα 5 μίλησε! …

… μην το πας το παιδί σε γιατρούς, μικρό είναι θα περάσει από μόνο του! …

… κάποιες φορές δεν καταλαβαίνουμε τι λέει αλλά κοίτα το! Είναι πανέξυπνο! …
… α! τον Γιωργάκη τον καταλαβαίνουμε μόνο εμείς! …

… γιατί εμείς που δεν είχαμε λογοθεραπευτές πάθαμε κάτι? …

… όλα τα παιδιά όταν είναι μικρά δε μιλάνε καθαρά! Ε, ο δικός μας τώρα είναι 6 άσε να μεγαλώσει λίγο και βλέπουμε! …

… μικρό είναι ακόμα, άστο! …

… είναι πολύ ακριβές οι λογοθεραπείες δε μπορούμε να ανταπεξέλθουμε… (τα ταμεία χορηγούν όλο το ποσό μηνιαίως αλλά ακόμα και για τους ανασφάλιστους γονείς πάντα υπάρχει μια πιο οικονομική λύση σε συνεννόηση με τον εκάστοτε θεραπευτή)

… τώρα πλησιάζει καλοκαίρι δεν έχει μυαλό για διαβάσματα και δε θα αποδώσει, άστο και από χειμώνα! …

… τώρα ξεκινούν τα σχολεία δε μπορώ να του φορτώσω και άλλο το πρόγραμμα με λογοθεραπείες δε θα διαβάζει μετά! …

… και κάθε πότε θα κάνουμε λογοθεραπεία? 2 φορές την εβδομάδα? Μα τα απογεύματα έχει μπαλέτο/μπάσκετ/ποδόσφαιρο/ζωγραφική δε μπορώ να του τα στερήσω! …

… ντρέπεται για αυτό δε μιλά ακόμα! …

Και πόσα ακόμα παραδείγματα υπάρχουν…

Είναι φυσικό και λογικό στη μεγαλύτερη πλειοψηφία τους τα παιδιά να μην έχουν καθαρή ομιλία, ωστόσο μεγαλώνοντας το παιδί και ξεπερνώντας τα 4-5 έτη αν εξακολουθούν να το καταλαβαίνουν μόνο οι γονείς όταν μιλά, ίσως λιγάκι και η δασκάλα πρέπει να αρχίσει να μας προβληματίζει σοβαρά.

Αφήνοντας το παιδί να παλέψει μόνο του με τις δυσκολίες στο λόγο και στην ομιλία δυσχεράνουμε τόσο τη θέση του παιδιού όσο και τη δική μας. Όσο μεγαλώνει αυξάνετε ραγδαία ο αριθμός νέων λέξεων που μαθαίνει, όταν μιλά λάθος μαθαίνει και τις νέες λέξεις λάθος με αποτέλεσμα η ομιλία του να γίνετε όλο και πιο ακατάληπτη.

Το ίδιο το παιδί αρχίζει να νιώθει αμήχανα όταν το ρωτούν ξανά και ξανά –Τι είπες? Δεν κατάλαβα. Πες μου πάλι.

Όταν στο σχολείο ή στην παρεούλα του θα του πουν –Γιατί μιλάς έτσι? Όταν δε θα μπορεί να συμμετέχει στη συζήτηση που θα αναπτυχθεί μέσα στην τάξη, όταν η δασκάλα ρωτήσει –Πως περάστε το Σαββατοκύριακο παιδιά? ή όταν χρειαστεί να πει τους κανόνες σε ένα παιχνίδι ή ένα τραγουδάκι ή το ποίημα του θα αρχίσει σιγά-σιγά να νιώθει ότι μειονεκτεί σε σχέση με τα υπόλοιπα παιδιά και θα αποκοπεί από τις δραστηριότητες. Στις μεγαλύτερες ηλικίες (δημοτικό) είναι πιθανό να πέσει θύμα bulling καθώς τα παιδιά είναι πολύ πιο σκληρά στους χαρακτηρισμούς τους.

Δίνοντας στο παιδί τη δυνατότητα να διορθώσει τις δυσκολίες του στον προφορικό λόγο του δίνουμε τη δυνατότητα να συμμετέχει ενεργά, να αλληλοεπιδρά, να νιώσει δύναμη και αυτοπεποίθηση για αυτό που είναι και για αυτά που κάνει.

Κάνουμε το παιδί δυνατότερο και ισχυρότερο στο να παλέψει πιο εύκολα και στις άλλες δυσκολίες που θα προκύψουν στα μαθητικά του χρόνια αλλά και στην ενήλικη ζωή του.

Καθυστερώντας την ένταξη σε ένα πρόγραμμα θεραπείας καθυστερούμε σημαντικά και στην απάλειψη του ίδιου του προβλήματος χάνοντας πολύτιμο χρόνο και σίγουρα πολλά περισσότερα χρήματα.

Ένα παιδί μικρότερης ηλικίας είναι πιο εύπλαστο και δεκτικό τόσο στο να διορθώσει την ομιλία του όσο και στο να διαβάσει περισσότερο. Έχει πολύ πιο ελεύθερο χρόνο σε σχέση με ένα παιδί 3ηςδημοτικού και σίγουρα μεγαλύτερη διάθεση. Οι ίδιοι οι γονείς μπορούν να εντάξουν το διάβασμα που χρειάζεται στην καθημερινότητα τους καθώς δεν υπάρχει τόσος φόρτος εργασίας από το σχολικό περιβάλλον.

Την επόμενη φορά που θα σκεφτείτε ότι θα του περάσει μεγαλώνοντας βάλτε τον εαυτό σας στη θέση του παιδιού σας. Θα θέλατε οι γονείς σας να σας άφηναν με μια δυσκολία μέχρι την απίθανη περίπτωση να σας περάσει μεγαλώνοντας??

Μην ξεχνάτε, εξαρτώνται αποκλειστικά από εσάς.

Βοηθήστε τα παιδιά σας, αφήστε έναν ειδικό να κρίνει.



ΠΗΓΗ : www.babyradio.gr, -Μαρία Μανιαδάκη Λογοθεραπεύτρια



ΣΟΦΙΑ Μ. ΚΟΥΛΟΥΡΗ
ΕΡΓΟΘΕΡΑΠΕΥΤΡΙΑ S.I.
www.anaptixipaidiou.gr

ΕΡΓΟΘΕΡΑΠΕΙΑ ΠΑΙΔΙΟΥ : ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΩΣ ΜΕΣΟ ΘΕΡΑΠΕΙΑΣ

ΠΑΙΓΝΙΟΘΕΡΑΠΕΙΑ

             
                                                                       
«Γονείς, τα παιδιά σας δεν είναι παιδιά σας.Είναι οι γιοι και οι κόρες της λαχτάρας της ζωής για τη ζωή. Έρχονται στη ζωή με τη βοήθειά σας, αλλά όχι από σας.Και μ' όλο που είναι μαζί σας, δεν ανήκουν σε σας.Μπορείτε να τους δώσετε την αγάπη σας, όχι όμως και τις ιδέες σας. Γιατί αυτά έχουν τις δικές τους ιδέες.Μπορείτε να στεγάσετε το σώμα τους, όχι όμως και την ψυχή τους,Γιατί η ψυχή τους κατοικεί στο σπίτι του αύριο,που εσείς δεν μπορείτε να επισκεφθείτε, ούτε στα όνειρά σας.Μπορείτε να προσπαθήσετε να τους μοιάσετε,αλλά μη γυρεύετε να κάνετε αυτά να σας μοιάσουν. Γιατί η ζωή δεν πηγαίνει προς τα πίσω και δε σταματά στο χθες.Εσείς είστε τα τόξα απ' όπου τα παιδιά σας,σαν ζωντανά βέλη θα τιναχτούν μπροστά.Ο τοξότης βλέπει το σημάδι πάνω στο μονοπάτι του άπειρουκαι σας λυγίζει με τη δύναμή του, ώστε τα βέλη του να τιναχτούν γοργάκαι μακριά. Το λύγισμά σας στο χέρι του τοξότη ας είναι για σας χαρά.Γιατί, όπως αυτός αγαπά τα βέλη που πετούν,έτσι αγαπά και τα τόξα που είναι σταθερά.»

                                                                                                                               ΓΚΙΛΜΠΡΑΝ,1974

"Μόνο τα παιδιά ξέρουν τι γυρεύουν, είπε ο μικρός πρίγκιπας. Για μια κούκλα από κουρέλια κλαίνε» «Γνωρίζω έναν πλανήτη όπου μένει ένας κατακόκκινoς κύριος. Ποτέ του δεν εμύρισε ένα λουλούδι. Ποτέ του δεν ατένισε ένα αστέρι. Ποτέ του δεν αγάπησε κάποιον. Ποτέ του δεν έκανε κάτι άλλο από προσθέσεις. Και όλη την η­μέρα επαναλαμβάvει, όπως και εσύ: Είμαι ένας άνθρωπος σοβαρός! Είμαι ένας άνθρωπος σοβαρός! και αυτό τον κάνει να φουσκώνει από περηφάνια. Όμως αυτό δεν είναι άνθρωπος. μανιτάρι είναι».

                                                                                                                               Ο μικρός πρίγκιπας
ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΚΑΙ Η ΔΙΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΤΗΤΑΣ

«Το παιχνίδι του παιδιού πηγάζει από την ορμή της ζωής, εκφράζει την πλη­σμονή χαράς (και συνάμα αποτελεί μάθηση αυτής της χαρούμενης, παικτικής διάθεσης απέναντι στον κόσμο και τα προβλήματά του). Με το παιχνίδι του παιδιού σταματάει ο σoβαρός χρόνος των ωρίμων, (που, σχε­δόν πάντα, με τις "σοβαρές" τους ασχολίες αποδεικνύονται χίλιες φορές ανώρι­μοι), και όλα γίνονται ελαφρά, πουπουλένια, δυνατά. Η μαγεία της παιδικής φαντασίας βασιλεύει και ο κόσμος του ονείρου ανατρέπει την πραγματικότητα. Ο κόσμος του δέοντος εισβάλλει στο προσκήνιο και επικρατεί αναίμακτα, ειρηνικά στις έκπληκτες συνειδήσεις των μεγάλων. Όσοι από αυτούς είναι ξύπνιοι δεν πε­ριγελούν τον εισβολέα, παραδίνονται κι αφήνoνται να τους κοιμίσει για λίγο η μαγική ράβδος της παιγνικής σοφίας. Δραπετεύουν έτσι από τον κόσμο τους και ζουν στον κόσμο του παιδικού παιχνιδιού. Γίνονται σφυράκια, λάστιχα, πεταλου­δίτσες, πινόκιο, κοκκινοσκουφίτσα Όσοι έχουν την "πονηριά" και τη δυνατότητα να εγκαταλείπουν τη "λογική" και το "ρεαλισμό" της ωριμότητας και να φωλιάζουν είτε στους κόλπους της "άλ­λης λογικής", της λογικής του παιδικού παιχνιδιού, είτε να περιπλανώνται ηδονι­κά και άσκοπα στους έρωτες και τις αγωνίες της εφηβείας, θάνατο δεν πρόκειται να γνωρίσουν»
 
TΙ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ 
 
Το γνωστό φιλοσοφικό λεξικό Lalande ορίζει το παιχνίδι ως εξής: «Καταβολή φυσικής ή πνευματικής δραστηριότητας που δεν έχει σκοπό αμέσως χρήσιμο, ού­τε και καθορισμένο, και του οποίου ο μόνος λόγος ύπαρξης -για τη συνείδηση ε­κείνου που παραδίνεται σε αυτό- είναι αυτή η ίδια η ευχαρίστηση που εκεί βρίσκει». Το παιχνίδι είναι αδιάσπαστα ενωμένο με την ψυχική ανάπτυξη του παιδιού και αντλεί από το απόθεμα της ζωικής ενέργειάς του. Κάθε παιδί παίζοντας δίνει μια δημιουργική διέξοδο στη μεγάλη ενεργητικότητά του. Όμως, η έμφυτη αυτή παιγνική ικανότητα του ανθρώπου, δεν είναι μόνο δραστηριότητα που αποσπά το ανθρώπινο ον από την πραγματικότητα και το διασκεδάζει, αλλά μέρος της ουσίας της ζωής του με απίθανες προεκτάσεις στην πολιτιστική, ψυχολογική και ηθική εξέλιξή του. Ειδικά για το παιδί, στις μαγικές , ηλικίες της αχαλίνωτη ς και «παντοδύναμης» παιδικής φαντασίας, η παιγνική «πραγματικότητα» ταυτίζεται με την πραγματικότητα. Ο Handfield θεωρεί το παιδικό παιχνίδι ως «μία αυθόρμητη έκφραση συμπεριφορικών σχημάτων, όπως π.χ. το πάλεμα. Τα συμπεριφορικά σχήματα έχουν αναπτυχθεί, μέσα στο κάθε, είδος, στη διάρκεια της εξέλιξης, και ο σκοπός τους είναι να διατηρούν τη ζωή». Το παιδικό παιχνίδι, πρέπει να θεωρηθεί πολύ πλατύτερα και βαθύτερα. Για δύο λόγους που συνδέονται με την αναγκαία εκπαίδευση των παιδιών του λαού μας: α) Επειδή είναι δυνατόν να αποτελέσει ευχάριστη μάθηση της παιγνικής στάσης απέναντι στη ζωή. Η συγκεκριμένη μάθηση θα αποτελέσει επίτευγμα ευεργετικό και αγχολυτικό για κάθε ώριμο άνθρωπο. Όπως ο αθλητής μαθαίνει την ο­μορφιά του αγώνα και της διάκρισης για την τιμή, σε πολλές δε περιπτώσεις, είναι σε θέση να μεταφέρει αυτή τη μάθηση και σε άλλες περιοχές της ζωής του, γεγο­νός πολύ ευεργετικό γι' αυτόν, έτσι θα ευχόμαστε, κάτι ανάλογο να συμβεί και με το παιχνίδι. Θα ευχόμαστε δηλαδή ώστε με την παρέμβαση της θεσμοποιημένης σχολικής και οικογενειακής Παιδαγωγικής, όχι μόνο το παιχνίδι να μη βλέπεται πια από τους παιδαγωγούς αρνητικά, ή και με ανοχή, αλλά να λειτουργεί έτσι ώστε να αποτελεί έμπνευση και άσκηση σε μια νέα, περισσότερο ανάλαφρη χαρωπή στάση απέναντι στα προβλήματα, τα οποία συνυπάρχουν με το «παιχνίδι» της ζωής. β) Επειδή το παιχνίδι θεωρείται ότι εκφράζει πολύ την «ελληνική» θεώρηση των πολιτικών και κοινωνικών πραγμάτων, την «ελληνική» στάση ζωής. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η ελεύθερη ικανοποίηση αυτής της δραστηριότητας του ανθρώπου δεν είναι ανεξάρτητη από πολλές κοινωνικές και πολιτιστικές παραμέτρους. Οι εθνολόγοι δε διστάζουν να μελετούν το παιδικό παιχνίδι διαφό­ρων χωρών. Η ηθική και παι­δαγωγική αντιμετώπιση του παιδιού, η οικονομική κατάσταση της οικογένειας, οι θρησκευτικές και ηθικές αντιλήψεις που κυριαρχούν σε μια κοινωνία καθορίζουν και τη δυνατότητα, το είδος, τα πρόσωπα του παιδικού παιχνιδιού. Γνωρίζουμε π.χ. πως στις πουριτανικές κοινωνίες (διασκέδαση = αμάρτημα) υπάρχει λιγότερο παιχνίδι και διασκέδαση. Αντιθέτως, σε αυτές υπάρχει η πίστη πως το δικαίωμα στη ζωή κατακτάται με σκληρή δουλειά, με την αντοχή και την καταπίεση «εγωι­στικών» ή «πονηρών» παρορμήσεων. Πολλοί διανοούμενοι, όπως π.χ. ο Huizinga, Ολλανδός κοινωνικός ιστορικός, στο βιβλίο του Παίζων Άνθρωπος, υποστηρίζουν πως η σοβαρή ακαδημαϊκή εκπαίδευση και η εργασία καταπιέζουν την έμφυτη ι­κανότητα των ανθρώπων για παιχνίδι, ισοπεδώνοντας κάθε δημιουργικότητα που θα μπορούσε να ωφελήσει την κοινωνία στο σύνολό της. Στη δική μας κοινωνία, παρά τα πολλά της μειονεκτήματα, μία τέτοια αντίλη­ψη δεν κυριαρχεί, ίσως γιατί οι Έλληνες, όπως σημείωνε ο Πλάτων, παραμένουν «παιδιά». Και είναι κρίμα να μην αξιοποιείται ως θαυμάσια και ταιριαστή παιδευτική δυνατότητα. Κι όμως, αυτός ο «ελληνικός» τρόπος, πέρα και μακριά από το πνεύμα ενός επικίνδυνου και σοβινιστικού ελληνοκεντρισμού, είναι σήμερα περισσότερο αναγκαίος για τη διάσωση του Ανθρώπου και της Ζωής στην ενωμένη Ευρώπη από ότι ο ήλιος και τα ακρογιάλια της πατρίδας μας. Και αυτό, θα ήταν καλό να το γνωρίζουν και να το δέχονται οι δάσκαλοι και γονείς για να το μεταγγίσουν. Η απειλούμενη με συρρίκνωση παιδική ηλικία του ανθρώπου συνεχίζει να εί­ναι η ηλικία του παιχνιδιού. Το παιδικό παιχνίδι επιβιώνει παρά το ξερίζωμα των παιχνιδότοπων, παρά την αφύσικη ζωή σε πολυκατοικίες και την καθήλωση του παιδιού μπροστά στην Τ.V., και, προπάντων, παρά τη συρρίκνωση της παιδικότητας από το σημερινό τρόπο ζωής των μεγάλων και από την έντονη πίεση που ασκείται σε αυτό για πα­ρακολούθηση υπερβολικού όγκου σχολικών και εξωσχολικών μαθημάτων κτλ. Αυτό το θαύμα της φυσικής αντίστασης του παιδικού παιχνιδιού, μεταφερόμε­νο και στις άλλες ηλικίες των Νεοελλήνων, θέτει τραγικά ερωτήματα για την επιβίωση της ανθρωπιάς στον άνθρωπο. Φέρνουμε στο νου μας το «"Ελληνες άεί παίδές έστε». Το παιχνίδι φέρνει συνεχώς στην επιφάνεια το ανοικτό τραύμα, το μέχρι σήμερα άλυτο πολιτιστικό και κοινωνικό μας πρόβλημα, το ατελέσφορο της ζητούμενης αρμονικής ζεύξης του «ελ­ληνικού» στοιχείου με το «χριστιανικό». Το «ελληνικό» (το παιγνικό, διονυσιακό και μεταφυσικό στοιχείο) συνεχίζει να λειτουργεί «αυτόνομα» και «τρελά» στα περιθώρια του ευρωπαϊσμού και το «χριστιανικό» να αποχριστιανίζεται, προκει­μένου να φανεί «σοβαρό», «λογικό», «παραγωγικό» και «αποτελεσματικό». Αποτελεί οργανική ανάγκη της Ευρώπης που γίνεται, ο Έλληνας να γίνει πιο οργανωτικός και παραγωγικός, χωρίς όμως να χάσει την ταυτότητά του. Χωρίς να αφομοιωθεί, ώστε μέσα από τη διαφορετικότητά του να συμβάλλει στον εξανθρωπισμό και στην ανανέωσή της.

 
Η ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ ΑΞΙΑ ΤΟΥ ΠΑΙΧΝΙΔΙΟΥ

 Χάρη στο παιχνίδι, το μικρό παιδί εμπλέκεται στην πραγματικότητα της ζωής και των ενηλίκων, κατά τρόπο που εξοστρακίζει το σοκ της πρώτης συνάντησης μαζί τους. Η παιγνική στάση και θεώρηση των δυσκολιών θεραπεύει από το άγ­χος, διότι επιτρέπει τη δραματοποίησή του. Συνάμα οι παιγνικοί κανόνες το αναγκάζουν να λάβει σοβαρά, αλλά όχι εξουθενωτικά υπόψη τους περιορισμούς που θέτει η «αντικειμενική» πραγματικότητα και ο Άλλος και να θέτει σε δοκιμασία τις δυνατότητές του με αποτέλεσμα το κέρδος σε ωριμότητα και κοινωνικότητα. Χάρη στην παιγνική ορμή και διάθεση το παιδί εκδηλώνει ενδιαφέροντα, ρί­χνει άγκιστρα και πιάνεται με ενδιαφέρον από τη ζωή. Το παιχνίδι δίνει την αί­σθηση και χαρά της ζωής. Και αν για κάθε άνθρωπο η χαρά είναι καρπός της ε­σωτερικής γαλήνης και αρμονίας, καθώς, επίσης, της εσωτερικής πληροφορίας προς τη σωστή κατεύθυνση για την αυτοπραγμάτωση, για το παιδί είναι, χωρίς υ­περβολή, το «οξυγόνο» της ζωής. Χωρίς παιχνίδι το παιδί γίνεται γκρινιάρικο, νευρικό και διαστρεβλώνεται η προσωπική του ανάπτυξη. Ακόμη, το παιδί παίζοντας «πιάνει στην απόχη του» την ξενική πραγματικό­τητα της λογικής των ενηλίκων, καλύτερα, φέρνει τον κόσμο στα μέτρα του και-μέσα από αυτό- τον ανασκευάζει για να τον κατανοήσει. Συσχετίζει το σώμα του και τις χειριστικές του δεξιότητες με «αντικείμενα» που το ενδιαφέρουν. Και αυτό εί­ναι πολύ σημαντικό για μία τόσο ζωντανή και εύθραστη ηλικία, που δεν μπορεί να α­ποβάλει το άγχος της προσαρμογής στην κοινωνία των ενηλίκων παρά μέσα από την παιγνική αποδραματοποίησή του. Είναι ανάγκη η ζωή του παιδιού να συνδεθεί με τη ζωή των ενηλίκων και αυτό γίνεται μέσα από τα κανάλια των ενδιαφερόντων. Έγραφε ο Ασπιώτης : «Το παιχνίδι γίνεται μέσο διαπαιδαγωγήσεως και διεγέρσεως ζωνών ενδιαφέροντος του παιδιού. Ολόκληρος η ζωή του ανθρώπου είναι διέγερσις, η σωματική όπως και η ψυχική. Όπως η σωματική, και η ψυχική και η πνευματική ζωή έχουν ανάγκη ερεθισμών, άλλως υπάρχει η πτώσις και η νάρκωσις». Η παιγνική έκφραση μέσα από την τέχνη παρέχει μεγάλη ευχαρίστηση στα παιδιά και επιτρέπει σε αυτά να εκφράσουν τη φρεσκάδα και επινοητικότητα σκέψης τους. Μέσα από την τέχνη μαθαίνει να παρατηρεί, να συντονίζει το σώμα και την ψυχή, να ασκεί τη φαντασία του, να φτιάχνει ένα καινούργιο και δικό του είδος σχέσης με το περιβάλλον του. Το μεγαλύτερο μέρος και της μάθησης και της διασκέδασης δίνει η κοινωνική πλευρά του παιχνιδιού. Το παιδί μαθαίνει να συνεργάζεται με κάθε είδους παιδιά , να παίζει σύμφωνα με κανόνες και να παίρνει υπόψη του ότι υπάρχουν και άλλοι -που έχουν διαφορετικές ιδέες, συναισθήματα και δυνατότητες από τα δικά του- ­και με τους οποίους χρειάζεται και είναι τελικά ωφέλιμο να συνυπάρχει και συνεργάζεται (Κοινωνικοποίηση - Το ομαδικό παιχνίδι είναι, βέβαια, κατ' εξοχήν κοινωνικοποιητικό μέσο, εφόσον περιλαμβάνει πολλά άτομα και υπακούει σε κανόνες). Το παιδί παίζοντας δοκιμάζει στάσεις, ενέργειες και ρόλους μιμείται, ταυτίζεται, αντιτίθεται. Ο Α. Adler στο έργο του Ανθρώπινοι χαρακτήρες τονίζει πως το παιχνίδι είναι μια βοήθεια για την αγωγή, ένα διεγερτικό του πνεύματος, της φαντασίας, της επινοητικότητας, της επιδεξιότητας, της πρωτοβουλίας. Ο Winnicott υπο­γραμμίζει πως οι εξωτερικές και εσωτερικές εμπειρίες μπορούν να είναι πλούσιες για τον ενήλικο, αλλά για το παιδί ο πλούτος βρίσκεται βασικά στο παιχνίδι και τη φαντασίωση. Όπως ακριβώς η προσωπικότητα των ενήλικων αναπτύσσεται μέ­σα από την εμπειρία της ζωής, έτσι και η προσωπικότητα των παιδιών αναπτύσσε­ται μέσα από τα παιχνίδια... Το παιχνίδι προετοιμάζει το μέλλον και σ' αυτό φαίνεται ο χαρακτήρας των σχέσεων του παιδιού προς το περιβάλλον του. Επίσης, κινητοποιεί το κοινωνικό συναίσθημα και προσπαθεί να το ικανοποιήσει με κάθε τρόπο. Ένα άλλο στοιχεί­ο που ο Adler βλέπει να εκδηλώνεται καθαρά στο παιχνίδι είναι ο στόχος για την επίτευξη υπεροχής. Και όχι μόνο στο ενδοομαδικό, αλλά και στο ενδοατομικό επί­πεδο, εφόσον έβλεπε στο παιχνίδι και την υπερνίκηση παιδικών αδυναμιών και αισθημάτων κατωτερότητας. Δεν υπάρχουν παιχνίδια, λέει, που να μην εξυπηρετούν ένα από τα τρία στοι­χεία: προετοιμασία για τη ζωή, κοινωνικό συναίσθημα και δίψα κυριαρχίας. Στο ίδιο πνεύμα κινείται και ο Μ. Debesse όταν γράφει: Το παιχνίδι εξελίσσε­ται προοδευτικά, παράλληλα με την όλη εξέλιξη του παιδιού. Μέσα στο παιχνίδι το παιδί θ' αναζητά πάντα το δύσκολο, το εμπόδιο, όπως στη γνώση και στη ζωή. Δεν είναι απλή ευχαρίστηση το παιχνίδι, αλλά ευχάριστο αγώνισμα. Γι' αυτό συμφωνώ με τα λόγια του Alain: «Δεν θα υποσχεθώ την ευχαρίστηση στο παιδί, αλλά θα του προβάλω ως σκοπό τη δυσκολία, που πρέπει μόνο του ν' αντιμετωπί­σει νικηφόρα για να νιώσει ευχαρίστηση. Τέτοιο είναι το παιδευτικό θέλγητρο της ανθρώπινης μοίρας». Επομένως, το παιδικό παιχνίδι διευκολύνει τα μέγιστα έναν από τους σπουδαιότε­ρους -και τους πιο καρποφόρους- σκοπούς της αγωγής στην παιδική και στην εφηβι­κή ηλικία, δηλαδή την ελεύθερη έκφραση και τη σφυρηλάτηση του χαρακτήρα. Κάθε παιδί που παίζει ένα ομαδικό, κυρίως παιχνίδι, «αναγκαστικά» ασκείται στην πρωτοβουλία, στην προσπάθεια, στη θέληση, στο θάρρος, στη γενναιοψυχία, στην αυταπάρνηση, βασικότατα στοιχεία (ηθικά και ψυχολογικά) ενός πολύ βοηθη­τικού χαρακτήρα. Και από την άλλη μεριά πρέπει να μην παραγνωρίσουμε τη σπουδαία επίδραση του «κανόνα», που διέπει το παιχνίδι, στην αγωγή του χαρα­κτήρα. Κάθε κανόνας αποτελεί έναν ηθικό σκελετό πάνω στον οποίο δομείται το παιχνίδι. Η υπακοή στον κανόνα συνδέεται απόλυτα με την επιθυμία του παίκτη για ένταξη στην ομάδα και αποδοχή του από αυτήν. Αυτό τον ωθεί στην υιοθέτη­ση και εσωτερίκευση αρχών που συνδέονται όχι μόνο με τη δική του αυτοεκτίμηση, αλλά και με το κοινό συμφέρον. Αντιλαμβανόμαστε πως μία τέτοια πορεία μπορεί να έχει πολύ θετικά αποτελέσματα στη διαμόρφωση της προσωπικότητας. Κάθε αναπτυσσόμενο άτομο θέλει τον κανόνα και την τάξη επειδή, χάρη σ' αυτόν, δομείται το περιβάλλον του, γεγονός διευκολυντικό και ασφαλιστικό για την εξέλιξή του. Είναι γνωστό πόσο αρέσκονται τα μικρά παιδιά στις επαναλή­ψεις, στο ρυθμό και πόσο τα μεγάλα κυριολεκτικά καταδαπανώνται στη ρύθμιση και συμφωνία κανόνων πριν αρχίσουν το παιχνίδι. Ο κανόνας εμφανίζεται κατά τη β' παιδική η­λικία. Στη β' και γ' παιδική ηλικία και στην προεφηβεία παρατηρείται μεγαλύτε­ρη κατανομή των ρόλων, πολλαπλασιάζονται οι κανόνες και αυξάνεται το κύρος τους. Τα εφηβικά παιχνίδια έχουν και αυτά τους κανόνες τους, αλλά πιο εσωτερι­κούς, «μυστικούς» και εύκαμπτους. Είναι αλήθεια πως το παιχνίδι είναι μια παιδική και ευχά­ριστη δραστηριότητα, την οποία το παιδί ασκεί με πολλή σοβαρότητα, και της ο­ποίας οι μεταβολές συνακολουθούν τις μεταβολές κάθε εξελικτικής φάσης του παιδιού. Τα χαρακτηριστικά της διανοητικής και γενικότερης ψυχοσωματικής α­νάπτυξης του παιδιού (όπως ο συγκρητισμός, ο ανιμισμός, ο εγωκεντρισμός, κ.ά. ) ξεχωρίζουν στο παιδικό παιχνίδι. Υπάρχουν, ως γνωστόν, πολλών ειδών, κατηγοριών, μορφών παιχνίδια. Ο Ασπιώτης γράφει πως υπάρχουν τέσσερις πηγές προέλευσης του παιχνιδιού:, η έμπνευση, η μίμηση, η παράδοση ή απλώς ο βιολογικός οργανισμός και το ένστικτο. Οι τέσσερις αυτοί παράγοντες συνυπάρχουν συχνά στο ίδιο παιχνίδι. Ο Handfield, κάνει λόγο για το παρορμητικό παι­χνίδι (ξέσπασμα, τρόπος εκφόρτισης παραπανίσιας ενέργειας), το παιχνίδι που α­κολουθεί το ένστικτο (η ενέργεια αποδεσμεύεται ακολουθώντας χαρακτηριστικά κάποιας ενέργειας του ζώου ή του είδους), το πάλεμα, το μιμητικό παιχνίδι, φα­νταστικό παιχνίδι, (χρησιμοποιείται ο μηχανισμός της ταύτισης για προετοιμασία στη ζωή), το συμβολικό παιχνίδι. Οι εξελικτικές ηλικίες, οι ατομικές, κοινωνικές, πολιτιστικές και πολιτισμικές διαφορές, οι διαφορές φύλου των παιδιών, εμφανί­ζονται έντονα και στο παιδικό παιχνίδι. Το βρέφος παίζει πρώτα με το σώμα του και με αντικείμενα που βρίσκονται στο άμεσο περιβάλλον του. Τα παιχνίδια του βρέφους είναι παιχνίδια χωρίς κανό­να. Ακολουθούν αισθησιακά παιχνίδια για να δημιουργήσει το παιδί ευχαρίστη­ση στον εαυτό του. Το νήπιο αρχίζει να ασχολείται με το παιχνίδι, αλλά το μονα­χικό, το παράλληλο παιχνίδι. Επίσης ο κανόνας αγνοείται στα παιχνίδια της ηλι­κίας αυτής που είναι άτακτα και μερικές φορές παιχνίδια καταστροφικής ανί­χνευσης ή και απλής καταστροφής. Στην προσχολική και στην αρχή της σχολι­κής ηλικίας, εμφανίζονται και τα παιχνίδια, για τα οποία δημιουργεί το παιδί μόνο του κανόνες.­ Και, όπως σημειώνει ο Χάνφηλντ, τα μικρά παιδιά παίζουν κοντά το ένα με το άλλο και όχι μαζί. Στην α' παιδική ηλικία αρέσουν συνήθως παιχνίδια μίμησης και κατασκευής. Τα παιχνίδια μίμησης εμφανίζονται ήδη από το 2ο χρόνο και, κατ' αρχήν, α­ντλούν θέματα από το άμεσο περιβάλλον. Ανάμεσα στα 3 με 5 χρόνια του το παιδί παίρνει και μία νέα στάση απέναντι στις καινούργιες εμπειρίες. Οι αναπτυσσόμενες πνευματικές και σωματικές του δυνάμεις, η πρόσφατη, θολή αλλά υπαρκτή, αίσθηση του εαυτού, επιτρέπουν την ψύχραιμη και υπομονετική εξερεύνηση του κόσμου, παρωθούν την παιγνική του διά­θεση για απόκτηση εμπειριών. Η καινούργια μάθηση φέρνει την αίσθηση του αστείου, της διασκέδασης και της ευχαρίστησης. Τα μάτια του ανοίγουν κάθε λίγο από την έκ­πληξη και ξεφωνίζει από χαρά επιδεικνύοντας τις ανακαλύψεις του καi διηγούμε­νο τις επιτυχίες του.. Το θετικό αυτό συναίσθημα στεριώνει την αυτοπεποίθησή του. Η παιχνιδιάρικη διάθεση του παιδιού αρχίζει πριν από τα τρία χρόνια, μα με­τά τα πέντε βρίσκει τη μέγιστη ανάπτυξή της. Το παιδί είναι «αεικίνητο». Ο Debesse ονομάζει την περίοδο αυτή «ηλικία του κατσικοπόδαρου». Η πλησμονή της ζωής και οι ανάγκες εκφράσεως και δημιουργικό­τητας ωθούν το παιδί σε μια βεντάλια παιγνιδιών: παιχίδια κινητικά, συναισθη­ματικά, κοινωνικά (ποικίλλουν κατά φύλο, ηλικίες, κοινωνικά περιβάλλοντα). Ε­κτός από το καθαρό παιχνίδι, στην ηλικία αυτή το παιδί έχει πολλές εργασίες-παι­χνίδια στις οποίες δίνεται με περισσότερη -πολλές φορές- προθυμία απ' ό,τι σε άλ­λες δραστηριότητες που εμείς ονομάζουμε «εργασίες». π.χ. «σκοτώνεται» κυριολεκτι­κά για να φτιάξει το δωμάτιο της κούκλας της ή για να διορθώσει το αυτοκίνητό του. (Βλέπουμε πόσο ενωμένες είναι στα πρώτα στάδια ζωής του ανθρώπου οι διάφορες δραστηριότητές του) . Ο Ι. Ν. Παρασκευόπουλος αναφέρει στην Εξελικτική Ψυχολογία του δεδομένα ερευνών σχετικά με την ταξινόμηση της κοινωνικής και παιγνικής αλληλεπίδρα­σης των παιδιών κατά ηλικίες. Έτσι έχουμε: α) Το παιδί που μένει αμέτοχο, β) ΤοΜοναχικό παιχνίδι (το παιδί παίζει μόνο του και ας είναι δίπλα του άλλα παιδιά), γ) Το παιδί μένει θεατής (παρατηρεί, συμβουλεύει, μένει σε απόσταση, δε συμμετέ­χει), δ) Το Παράλληλο παιχνίδι (παίζει δίπλα με τα άλλα παιδιά, αλλά όχι μαζί), ε) Το συντροφικό παιχνίδι (παίζει με τα άλλα παιδιά , συμμετέχει σε κοινές δραστη­ριότητες, στις οποίες δεν υπάρχει σαφής διαχωρισμός ρόλων κτλ.) και στ) Το συνεργατικό παιχνίδι (συμμετοχή σε οργανωμένο και με κοινούς στόχους παιχνίδι, στο οποίο έχει συγκεκριμένο ρόλο). Τα αποτελέσματα των ερευνών που αναφέρονται «δείχνουν μία σαφή αναπτυ­ξιακή αλλαγή: με την πάροδο της ηλικίας παρατηρείται μείωση του μοναχικού και παράλληλου παιχνιδιού, ενώ αντίστοιχα αυξάνουν το συντροφικό και συνερ­γατικό παιχνίδι». Τα παιχνίδια που προτιμούν τα αγόρια διαφέρουν από τα παιχνίδια των κορι­τσιών. Τα αγόρια προτιμούν, περισσότερο τις σωματικές δραστηριότητες, και τα κορίτσια προτιμούν, και τα καταφέρνουν καλύτερα, παιχνίδια που σχετίζονται με λέξεις, με το ντύσιμο, την «υποκριτική», και το μη επιθετικό κοινωνικό παιχνίδι.

 
ΣΧΟΛΕΙΟ ΚΑΙ ΠΑΙΧΝΙΔΙ
 
Το παιχνίδι έχει μία καλή ήδη θέση στο ελληνικό Δημοτικό Σχολείο. Είναι α­νάγκη όμως να αξιοποιηθεί περισσότερο και να μην υποτιμώνται η παιδαγωγική, αλλά και η ψυχολογική του αξία. Και αυτό δε θα γίνει παρά μόνο αν όλο το ελληνικό σχολείο θεωρήσει ως βασικό του έργο τη μόρφωση της προσωπικότητας του μαθητή. Στο δρόμο αυτό βρίσκεται ήδη, από τις αρχές σχεδόν του αιώνα μας, το «Νέο σχολείο», ως παιδαγωγικό κίνημα, το οποίο έχει δώσει στο παιχνίδι μία ισότιμη με τα μαθήματα θέση και γι' αυτό το χρησιμοποιεί πολύ και ως παιδευτικό μέσο. Και η αγγλική αριστοκρατία, στα ιδιωτικά σχολεία που, συντηρεί, έδινε ανέκαθεν μεγάλη σημασία στα σχολικά παιχνίδια, επειδή σοβαρά, την απασχολεί η αγωγή του χαρακτήρα. Διότι το παιχνίδι είναι μίά δραστηριότητα αρεστή στο παιδί. Ανταποκρίνεται στην προσπάθειά του να διατηρηθεί ως ολότητα. Και ό­σο αυτό μεγαλώνει, επηρεάζει καταλυτικά την κοινωνικοποίησή του ενώ πρoσφέ­ρει και μία εναλλακτική λύση στον αισθησιασμό. Τέλος, με το παιχνίδι το παιδί έ­χει το δικαίωμα να ανιχνεύει ένα μέλλον που ονειρεύεται. Ο F. Fenelon έγραφε ήδη: « Η καθιε­ρωμένη αγωγή κάνει ένα μεγάλο σφάλμα: Βάζει όλη την ευχαρίστηση από τη μια μεριά και όλη τη δυσαρέσκεια από την άλλη. Βάζει όλη τη δυσαρέσκεια στη με­λέτη και όλη την ευχαρίστηση στη διασκέδαση. Τι άλλο μπορεί να κάνει να παι­δί από το να υποταχθεί στον κανόνα και να τρέξει με θέρμη στο παιχνίδι;» Ίσως, η καταπίεση που έχουμε όλοι δεχθεί και δεχόμαστε δε μας επιτρέπει να συλλάβουμε και να πιστέψουμε σοβαρά πως είναι δυνατόν να συνταιριαστούν αρμονικά σχο­λική κοπιαστική εργασία για τη μάθηση με την ευχαρίστηση του μαθητή. Το γε­γονός ότι η παιδαγωγική και σχολική παραγωγικότητα αυξάνεται κατακόρυφα ό­ταν συμμετέχει σε αυτή η ελεύθερη βούληση του παιδιού, θεωρείται από πολλούς άνευ σημασίας. Ο Νηλ, ο δημιουργός του ελεύθερου σχολείου του Σάμερχιλ στην Αγγλία, γράφει σχετικά: «Όπως εσείς και εγώ, έτσι και αυτά τα παιδιά (τα "τεμπέ­λικα") θα υποχρεωθούν στη μετέπειτα ζωή τους να κάνουν πολλά πράγματα που δεν τους αρέσουν. Αν όμως στην ηλικία του παιχνιδιού αφεθούν ελεύθερα, θα τα καταφέρουν καλύτερα με τις δυσκολίες της μετέπειτα ζωής». Και ο Ρώσος παιδαγωγός Makarenko κινείται προς την αυτή κατεύθυνση και σημειώνει: «Στη ζωή της παιδικής κοινότητας ένα σοβαρό παιχνίδι πρέπει να έχει μεγάλη θέση. Και εμείς οι παιδαγωγοί πρέπει να γνωρίζουμε να παίζουμε. Δεν εί­μαι πλέον νέος, αλλά παίζω... Υποστηρίζω ότι ολόκληρη η οργάνωση της κοινότη­τας πρέπει να διαποτίζεται από το παιχνίδι και εμείς οι παιδαγωγοί να λαμβάνου­με μέρος». Όταν αυτό συμβεί, τότε το παιδί δεν υποκύπτει στο σχιζοφρενικό χωρισμό της σχολικής εργα­σίας από την ευχαρίστηση, και παίζοντας χαίρεται και φανερώνεται. Και τότε έρ­χεται πάλι το «διορθωτικό» και «θεραπευτικό» σχολείο και ο παιδαγωγός και «εκμεταλλεύονται» το υλικό που προκύπτει από την ενσωμάτωση του παιχνιδιού στο επίσημο σχολικό πρόγραμμα. «Σκοπός της αγωγής, τονίζει ο Debesse, είναι να προσανατολίσει τις ενεργητικές δυνάμεις του παιδιού που εκδηλώνονται με το ε­λεύθερο παιχνίδι του. Αυτό θα το κάνει ο παιδαγωγός, ο ενήλικος. Αυτός που πρό­βλεψε για το προαύλιο του σχολείου, που του καθόρισε τους κανόνες του παιχνιδιού, που του στάθηκε ως υπόδειγμα και στο παιχνίδι του ακόμη ».

 
ΤΟ ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΩΣ ΔΙΑΓΝΩΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΘΕΡΑΠΕΥΤΙΚΟ ΜΕΣΟ

 Αν παρακολουθήσει κανείς τη συμπεριφορά του παιδιού στο παιχνίδι, βλέπει τη στάση του απέναντι στη ζωή και στο περιβάλλον. Το παιχνίδι μάς επιτρέπει να γνωρίσουμε το παιδί καλύτερα από κάθε άλλο μέ­σο, επειδή πηγάζει από την αυθόρμητη και πολυσύνθετη ενεργητικότητά του. Χά­ρη στο παιχνίδι αναγνωρίζονται όχι μόνο οι ατομικές διαφορές αλλά και οι ομα­δικές. Είναι περισσότερο αποκαλυπτικό για τις διαφορές των φύλων. Το παιχνίδι των κοριτσιών είναι πιο πειθαρχημένο από των αγοριών. Αντιθέτως, στα αγόρια το παιχνίδι είναι πολύ πιο ζωηρό, πιο ατομικό, η πειθαρχία πιο χαλαρή, ενώ η ιε­ραρχία είναι σταθερότερη και πιο ισχυρή. Μετά τον Freud και τον Jung (οι πρώτοι στην Ψυχολογία που παρατήρησαν τη συμβολική αξία του παιχνιδιού), η Μ. Klein και άλλοι είδαν το παιχνίδι και ως διαγνωστικό και ως θεραπευτικό μέσο. Αρκετά test και λοιπά είδη ψυχολογικών ανιχνεύσεων στηρίζονται ή έχουν τη μορφή παιχνιδιού. Η φιλοδοξία, η ματαιοδοξία, η κοινωνική ένταξη, ο φόβος και η τόλμη έχουν στο παιχνίδι τη δυνατότητα να εξωτερικευτούν και πιθανόν να εξασκηθούν σε λογικές αναλογίες. Παρατηρούμε πως τα παιδιά που έχουν μεγαλώσει απομονω­μένα αποφεύγουν τα ομαδικά παιχνίδια. Το παιχνίδι μπορεί να μελετηθεί από την άποψη της εκλογής του υλικού, της φύσης και του τύπου του. Έτσι, βλέποντας ένα προβληματικό παιδί να παίζει καταλαβαίνουμε αρκετά για τη φύση του προβλήματος, για τα αίτια (άγχος; επιθετι­κότητα; κατωτερότητα; κτλ.). Ένα έντονα αγχωτικό παιδί δυσκολεύεται, συχνά, ή είναι ανίκανο να παίξει. Ένα νευρωτικό, πάλι, παιδί διαφέρει από τα άλλα στον τρόπο που πλησιάζει τα παιχνίδια, στον τρόπο που παίζει, στις συγκινήσεις που συνοδεύουν το παιχνίδι. Το νευρωτικό παιδί όχι μόνο δεν είναι δημιουργικό στο παιχνίδι, αλ­λά κυριαρχείται, συχνότατα, από την τάση της καταστροφής. Και, ακόμη, συμπε­ριφέρεται γενικά στο παιχνίδι σαν να είναι μικρότερο από όσο είναι. Συχνότατα χρησιμοποιείται η «παιγνιοθεραπεία», κατά τη θεραπευτική διαδι­κασία. Δηλαδή τοποθετούνται τα παιδιά σε περιβάλλον στο οποίο θα μπορέσουν να ασκήσουν παιγνική κοινωνική δραστηριότητα. Κυρίως χρησιμοποιείται για τη θεραπεία του δύσκολου, του ηθικά άρρωστου. Σε αυτή φαίνονται καθαρότερα οι εσωτερικές συγκρούσεις. Στα πλαίσια αυτά εντάσσεται και το «Ψυχόδραμα», δηλαδή η ψυχοθεραπευτική τεχνική που είναι εμπνευσμένη από τον Moreno, τον πατέρα της Κοινωνιομετρίας. Ο Moreno έδωσε μεγάλη σημασία στις διαπρoσωπικές σχέσεις και μετέβαλε την αυθόρμητη θεατρική έκφραση σε θεραπευτική. Όρισε το ψυχόδραμα ως «:την επιστήμη που εξερευνά την αλήθεια με μεθόδους της δραματικής τέχνης». Στην Ευρώπη και στην πατρίδα μας εφαρμόζεται από άτομα που προσπαθούν να συμφιλιώσουν την ψυχανάλυση με τη δυναμική της ομάδας. Το παιδί ξαναζεί, παίζοντας στο ψυχόδραμα, τις συγκρούσεις του. Η ελεύθερη και αυθόρμητη θεατρική του έκφραση οδηγεί σε συναισθηματική εκτόνωση και ανάγει τη διαπρoσωπική επικοινωνία σε συμβολικό πεδίο. Το γεγονός αυτό, υπό την παρακολούθηση των ψυχαναλυτών που παρευρίσκονται και διευθύ­νουν την ομάδα, μπορεί να οδηγήσει στην κάθαρση και στη θεραπεία. Τα προηγούμενα μας βοηθούν να αντιληφθούμε πώς στην ψυχαναλυτική διαδικασία, το παιχνίδι, όπως και το όνειρο, μπορεί να γίνει όργανο ή μέσο δράσης α­πωθημένων τάσεων. Μπορεί να λειτουργήσει ως φυγή ή ως αναπλήρωση. Το παι­χνίδι κινείται ανάμεσα στο όνειρο και στην πραγματικότητα, έλεγε ο Chateau, ένας από τους γνωστούς μελετητές του παιδικού παιχνιδιού. Έχει και καθαρτική δυνατότητα αφού επιτρέπει την αποδέσμευση των απωθη­μένων συγκινησιακών συμπλεγμάτων. Δίνει τη δυνατότητα στο παιδί, που έχει πλέον αποκτήσει τη συμβολική ικανότητα, να αισθανθεί και να βιώσει το ίδιο ή μετατο­πίσει σε «παιχνίδι - αντικείμενο» και σε συμπαίκτη, δυσάρεστες ή επιθετικές εμπειρίες­ τάσεις ή συναισθήματα (π.χ. το παιδάκι που το μαλώνουν οι γονείς του, επειδή δεν τρώει το φαγητό του και το βλέπουμε να μαλώνει για τον ίδιο λόγο την κούκλα του). Είναι, για το παιδί, σπουδαία η ανακάλυψη πως το μίσος και οι επιθετικές ορ­μές μπορούν να εκφραστούν σε ένα γνωστό περιβάλλον, (χωρίς το μίσος και η βία να επιστραφούν από το περιβάλλον σε αυτό). Η επιθετικότητα εκφράζεται εύκολα μέσα από το παιχνίδι, γεγονός σημαντικά απελευθερωτικό. Το παιδί παίζοντας, κάνοντας θέατρο τις καταπιεστικές γονεϊκές εικόνες, λειτουργεί αναπληρωματικά και θεραπευτικά. Διορθώνει την πραγματικότητα και την παιδικοποιεί, τη φέρνει στα μέτρα των δυνατοτήτων και επιθυμιών του. Όλες οι παραγνωρισμένες ή ανικανοποίητες ανάγκες του, τώρα πια αποδραματοποιού­νται, χάρη στο παιχνίδι, και δεν καταντούν απωθήσεις. Μέσα στο πλαίσιο αυτό πρέπει να κατανοηθούν και αρκετές «ηθικές» συμπεριφορές του παιδιού, όπως π.χ. το παιδικό ψέμα. Αν δεν κατανοήσουμε την ορμή της ανάπτυξης, την κυριαρ­χία της φαντασίας, την απουσία απόστασης ανάμεσα στον κόσμο των ονείρων και επιθυμιών και στον κόσμο της «πραγματικότητας των ενηλίκων», ποτέ δε θα καταλάβουμε το παιδικό ψέμα. Αν θέλουμε να μη γεφυρώνει συνεχώς το παιδί το χάσμα, ανάμεσα στους δύο κόσμους, καταφεύγοντας αποκλειστικά στην παρου­σίαση της επιθυμίας του ως γεγονότος, δεν έχουμε παρά να ενθαρρύνουμε το παι­δί να κατακτά τα δύσκολα, να κατορθώνει την υπέρβαση της παιδικής του ανη­μποριάς. Ο Handfield γράφει τα εξής σχετικά με τη θεραπευτική δυνατότητα του παραστατικού παιχνιδιού, που στηρίζεται πολύ στη μιμητική ικανότητα της ηλι­κίας: «Μια πολύ ενδιαφέρουσα μορφή φαντασίας, που συναντάμε σε λίγο μεγαλύ­τερα παιδιά, είναι ο "αόρατος σύντροφος". Το παιδί φτιάχνει ένα φανταστικό σύ­ντροφο, του (ή της) δίνει ένα όνομα και μια πρoσωπικότητα και του αποδίδει πρά­ξεις, προτιμήσεις και αντιπάθειες. Αυτό δε γίνεται, όπως δικαιολογημένα θα υπο­θέταμε, επειδή το παιδί νιώθει μοναξιά και δεν έχει κανένα να παίξει. Η εξήγηση βρίσκεται μάλλον στη δυαδικότητα της πρoσωπικότητάς του. Πολύ συχνά διαπιστώνουμε ότι ο φανταστικός σύντροφος εκπροσωπεί τον απωθημένο εαυτό του παιδιού, που προβάλλεται έτσι πάνω στο φανταστικό σύντροφο. Έτσι, όταν το παιδί είναι πολύ φρόνιμο, ο φανταστικός σύντροφος κάνει πάντα φασαρία, κάνει στραβοκεφαλιές και είναι άτακτος, όλα δηλαδή τα πράγματα που θα 'θελε να κάνει το παιδί και δεν μπορεί. Αν το ίδιο το παιδί είναι άτακτο, ο φανταστικός σύ­ντροφος είναι υπάκουος, λέει πάντα την αλήθεια και είναι πάντα το καλό παρά­δειγμα! Ειδομένη από αυτή τη σκοπιά, η φαντασία του "αόρατου συντρόφου" δε σχηματίζει μια εικόνα τόσο ωραία, όσο θέλει να πιστεύει ο γονιός, γιατί δείχνει έ­να διαχωρισμό της πρoσωπικότητας, που δε βρίσκεται πολύ μακριά από τη διπλή προσωπικότητα. Οι δύο πλευρές της προσωπικότητας πρέπει να ενώνονται και να ε­ναρμονίζονται κι όχι να διαιρούνται».


  ΑΝΑΣΤΟΠΟΥΛΟΣ ΑΝΑΣΤΟΣ